Telef Proigiasmeni AgioiPantes 2021 1

Τη Μεγάλη Τετάρτη το πρωί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων τέλεσε την τελευταία Προηγιασμένη Λειτουργία στην Ιερά Μονή Αγίων Πάντων Βεργίνης. Στο τέλος της Λειτουργίας τέλεσε το Ιερό Ευχέλαιο.

Κατά την ομιλία του ο Σεβασμιώτατος τόνισε:

«Προσῆλθεν αὐτῷ γυ­νῇ ἀλάβα­στρον μύρου ἔχουσα βαρυτίμου καί κατέχεεν ἐπί τήν κε­φα­λήν αὐτοῦ». 

Δέν εἶναι ἡ πρώτη φο­ρά πού ὁ Χριστός προ­βάλει ἕνα, κατά τή γνώ­­μη τῶν ἀνθρώπων, ἀρ­νη­τικό παράδειγμα γιά νά μᾶς διδάξει αὐτό πού θέλει. Ἔτσι σήμερα προ­βάλλει τή μορφή μιᾶς γυ­ναίκας ἁμαρτω­λῆς, ἡ ὁποία ἀπό εὐγνω­μ­ο­σύ­νη πρός τόν Χριστό πού συγχώρησε τίς ἁ­μαρ­τίες της σπεύδει νά τήν ἐκφράσει μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο. Σπεύδει νά τήν ἐκφράσει πλύ­νο­ντας τά πόδια του μέ μύρο καί σκουπίζοντάς τα μέ τά μαλλιά της.

Εἶναι ἡ «βεβυθισμένη τῇ ἁμαρ­τίᾳ», τήν ὁποία περι­­γρά­­φουν τόσο γλαφυρά οἱ ἱεροί ὑμνογράφοι, ἡ συμπεριφορά τῆς ὁ­­ποίας, ἄν καί προκαλεῖ τήν ἀντίδραση τῶν μα­­θη­­τῶν τοῦ Χριστοῦ, δέν διαταράσ­σει καθόλου τήν ἱερότητα τῆς μορ­φῆς τοῦ Κυρίου καί τῆς στιγμῆς πού περιγράφεται. 

Γιατί ἡ ἁμαρτωλή γυ­­ναίκα πού προβάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας καί πού παρουσιάζουν τόσο ζωντα­νά οἱ ὕμνοι πού ψάλαμε, δέν εἶναι μία ἁμαρτωλή πού πα­­ρα­­μένει στήν ἁμαρτία. Δέν εἶναι μία ἁμαρ­­τω­­λή πού συν­τρίβεται ἀπό τό βάρος τῶν ἁμαρ­τιῶν της καί παραμένει δέ­σμια τῶν παθῶν της. Εἶναι μία γυ­ναίκα πού παρότι ἁμάρτησε πολύ, συνειδητοποίησε τήν κα­τά­στασή της, κατά­­λαβε τί τήν χω­ρίζει ἀπό τήν ἁγιότητα καί τήν καθαρότητα τοῦ Ἰησοῦ καί γι᾽ αὐτό καταφεύ­­γει σ᾽ αὐτόν καί ζητᾶ τό ἔλεός του.

Προσέρχεται «δυσώ­­δης καί βε­βορβορω­­μέ­­νη» στόν Χριστό, καί μαζί μέ τό μύρο χύνει ἄφθο­να τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί τῆς συν­­τριβῆς της. Πλύνει τά πό­­­δια τοῦ Ἰησοῦ καί ταυ­­τόχρο­να κα­θα­ρίζει καί τήν ψυχή της ἀπό τήν ἁμαρτία. Καί ἡ κά­­θαρ­­ση αὐ­τή εἶναι ὁλο­­κλη­­ρωτική, εἶναι ἀπό­­λυτη, εἶναι τέ­λεια. Γιατί μό­­νο τά δά­κρυα τῆς με­τα­νοίας μποροῦν νά κα­­θα­­ρί­σουν τήν ψυχή ἀπό τούς ρύπους καί τόν βόρ­­βορο πού ἔχει δη­μι­ουρ­­­γήσει ἡ ἁμαρτία. Γιατί μό­νο τά δάκρυα τῆς κατανύξεως καί τῆς συντριβῆς μπο­ροῦν νά ἐπα­ναφέρουν στήν ψυ­­­χή τήν κα­θα­ρότητα πού ἔχασε μέ τήν ἁμαρ­τία. Γιατί μόνο τά δά­κρυα ξε­­­κλει­δώνουν τόν θη­­σαυ­­ρό τοῦ ἐλέ­ους τοῦ Θεοῦ, πού παρέχει τήν ἄφεση, πού παρέχει τή συγ­χώ­ρηση καί ἀπο­­κα­­θιστᾶ τόν ἄνθρωπο στήν προτέρα κατά­στα­­ση, καθι­στώ­ντας τον καί πάλι τέκνο του ἠγαπημένο.

Νά, γιατί ἡ εἰκόνα τῆς σημερι­νῆς γυναίκας, τῆς ἁμαρτωλῆς γυναί­­κας τοῦ εὐαγγελίου καί τῶν ὕμνων, δέν ἀπο­­τε­­λεῖ παραφωνία σέ σύγ­κριση μέ τήν καθαρό­­τητα τῶν ἱερῶν προσώ­­πων, πού κυ­ριαρ­χοῦν ἰδιαίτερα αὐτές τίς ἡμέ­ρες, μέ τήν καθαρότητα τήν ὁποία ζητᾶ ὁ Θεός καί ἡ Ἐκκλησία ἀπό μᾶς, προ­­κειμένου νά τιμή­­σου­­με καί νά ἑορ­τάσου­­με τά μεγάλα γε­γονότα τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀνα­­στάσεως τοῦ Κυ­­ρίου μας.

Ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα, ἡ «ἐν πολ­λαῖς ἁμαρ­­τίαις περιπε­σοῦ­σα», δέν εἶναι κατακριτέα γιά τήν ἁμαρτία της, ἀλλά ἐπαι­νε­τέα γιά τή μετά­­νοιά της. Καί προ­­βάλ­­λεται ἀπό τήν Ἐκκλη­­σία μας σήμερα γιά νά μᾶς παρα­κι­νήσει, ἔστω καί αὐτήν τήν ὥρα, νά βαδίσουμε καί ἐμεῖς τόν δρόμο τῆς μετανοίας καί τῆς ἐξο­μολογήσεως τῶν ἁμαρ­τιῶν μας.

Κι ἄν χθές, στό πρό­­σω­­πο τοῦ δού­λου πού κα­­τα­­κράτησε τό τά­λα­ντο καί δέν τό ἀξιοποίησε, κα­­τα­κρί­θη­κε ἡ ραθυ­­μία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ αἰτία πολλῶν πτώσεων καί πολλῶν ἁμαρ­­τιῶν, διότι ἀποτελεῖ τό κα­τάλ­ληλο περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο εὐδοκιμοῦν οἱ πειρασμοί τοῦ ἀντιδίκου τῆς ψυχῆς μας, σήμερα μᾶς προ­­τεί­νεται τό ἀντίδοτο τῆς ραθυμίας. «Δεινόν ἡ ραθυμία! Με­γάλη ἡ με­τά­­νοια», ἔψαλε ὁ ἱε­­ρός ὑμνο­γρά­φος.

Καί πράγματι δέν ὑπάρχει τίποτε μεγα­­λύ­­τερο καί τίποτε ἁγιώτερο ἀπό τή μετάνοια, διότι αὐτή μετα­ποιεῖ τούς μεγαλύτερους ἁ­­μαρ­­­­τω­λούς στούς μεγα­­λύ­­τερους ἁγί­ους καί τούς καθιστᾶ οἰκή­­τορες τοῦ παραδείσου καί ἐκλεκτούς τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ νά εἶναι πραγ­­μα­­τική καί εἰλικρινής με­­τάνοια, νά μήν εἶναι με­­τάνοια στά λόγια ἀλ­­λά στά ἔργα.

Αὐτήν τήν μετάνοια ἄς οἰκειο­ποι­η­θοῦμε καί ἐμεῖς, ζη­­τώντας ἀπό τόν Χριστό πού σέ λίγες ἡμέρες θά τόν δοῦ­με νά σταυρώ­­νεται γιά χά­ρη μας, νά δεχθεῖ τά δάκρυά μας, δά­κρυα κατανύξεως καί συντριβῆς γιά τίς ὅ­­ποιες ἁμαρτίες μας, γιά τίς ὅποιες ἑκούσιες ἤ ἀκούσιες πτώ­σεις μας, σάν τό μῦρο τό εὔοσμο, μέ τό ὁποῖο ἔπλυνε ἡ ἁ­­μαρτωλή γυ­ναίκα τά πανά­χρα­ν­­τα πόδια του καί νά χα­­ρί­σει καί σέ μᾶς τήν ἄφεση τῶν ἁμαρ­τιῶν καί τήν ψυχική καθαρό­τητα, ἔτσι ὥστε «ψυ­­χαῖς καθαραῖς καί ἀρ­­ρυ­­πώτοις χείλεσι» νά τόν ὑμνοῦ­με καί νά τόν μεγαλύ­νου­με διά παν­­τός.

 

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ