Κυριακή της Πεντηκοστής στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας

Την Κυριακή 23 Ιουνίου (Κυριακή της Πεντηκοστής) ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων λειτούργησε και κήρυξε το θείο Λόγο στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Αλεξανδρείας.

Μετά τη θεία Λειτουργία χοροστάτησε στον Εσπερινό της γονυκλισίας και ανέγνωσε τις σχετικές ευχές.

Ομιλία Σεβασμιωτάτου

«Ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν».

Στά Ἱεροσόλυμα, πενήντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας, μᾶς μετέφερε σήμερα ὁ ἱερός συγγραφέας τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς, γιά νά μᾶς κάνει καί ἐμᾶς κοινωνούς τοῦ μεγάλου θαύματος τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς μαθητές τοῦ Κυρίου.

Ὁ Χριστός εἶχε ὑποσχεθεῖ στούς μαθητές του ὅτι θά στείλει «ἄλλον Παράκλητον», γιά νά τούς διδάξει καί γιά νά τούς ἐνισχύσει στό ἔργο πού τούς ἀνέθεσε, στό ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Καί οἱ μαθητές του περίμεναν τήν ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ὑποσχέσεως στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ.

Δέν ἦταν δυνατόν νά φαντασθοῦν οἱ μαθητές ὅτι ἀπό τά σφραγισμένα παράθυρα καί τίς κλειστές πόρτες τοῦ ὑπερώου θά ἐρχόταν αὐτή τή φορά ὄχι ὁ Χριστός, ἀλλά τό Πανάγιο Πνεῦμα, τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, «ὥσπερ φερομένη πνοή βιαία» καί ὡς «γλῶσσες πυρός», καί θά ζοῦσαν ἕνα μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο θαῦμα. 

Θαῦμα ὅμως μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο ἦταν καί οἱ συνέπειες αὐτοῦ τοῦ θαύματος, τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Διότι δέν ἦταν μόνο ὅτι οἱ πύρινες γλῶσσες πού ἐπικάθησαν στίς κεφαλές τους, ἀλλά καί ἡ δύναμη πού αἰσθάνθηκαν ἀμέσως μέσα στήν ψυχή τους, μία δύναμη πού τούς ἔκανε νά ξεχάσουν τούς φόβους, νά ἀδιαφορήσουν γιά τούς κινδύνους, νά μήν ὑπολογίσουν τίς ἀντιδράσεις τῶν ἀνθρώπων, καί νά βγοῦν νά κηρύξουν στό πλῆθος, πού εἶχε συρρεύσει στά Ἱεροσόλυμα γιά τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Καί τότε ζοῦν οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ἕνα δεύτερο καί μεγάλο θαῦμα. Ζοῦν τήν ἐπιβεβαίωση τοῦ πρώτου καί μεγάλου θαύματος, τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Οἱ μαθητές ὁμιλοῦσαν στή μητρική τους γλώσσα καί οἱ ἄνθρωποι πού τούς περιτριγύριζαν, ἄνθρωποι μέ διαφορετική καταγωγή καί προέλευση, ἄκουαν τό κήρυγμά τους ὁ καθένας στή μητρική του γλώσσα. «Ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν», σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς.

Καί αὐτό τό θαῦμα δέν τό ζοῦν μόνο οἱ ἀπόστολοι. Τό ζοῦν καί τό κατανοοῦν καί ὅσοι ἀκοῦν τό κήρυγμά τους. Γι᾽ αὐτό καί πιστεύουν ἀμέσως στόν Χριστό, γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα καθιστᾶ καί τίς δικές τους ψυχές δεκτικές τοῦ λόγου τῶν ἀποστόλων πρός σωτηρία τους.

Εἴκοσι αἰῶνες ἔχουν περάσει ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Εἴκοσι αἰῶνες κατά τούς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι ἀνακαλύψαμε πολλούς τρόπους γιά νά διευκολύνουμε τή μεταξύ μας ἐπικοινωνία, γιά νά μπορεῖ ὁ ἕνας ἄνθρωπος νά καταλαβαίνει τή γλώσσα τοῦ ἄλλου. Καί ὅμως, ἄν ρίξουμε μία ματιά γύρω μας, θά διαπιστώσουμε ὅτι πολύ συχνά δέν μποροῦμε νά συνεννοηθοῦμε μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, μέ τούς συμπολίτες μας, μέ τούς συναδέλφους μας, μέ τούς συγγενεῖς μας, ἀκόμη δυστυχῶς κάποιες φορές καί μέ τήν οἰκογένειά μας. Παρότι ὁμιλοῦμε τήν ἴδια γλώσσα, δέν κατανοεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο. 

Τό ἴδιο ἰσχύει καί γενικότερα στόν κόσμο, ἀνάμεσα στούς λαούς καί στά κράτη, παρότι πολλοί γνωρίζουν τίς γλῶσσες τῆς ἐπικοινωνίας καί ὑπάρχουν διάφορα μέσα πού τήν ἐξυπηρετοῦν, δέν ὑπάρχει οὔτε κατανόηση οὔτε συνεννόηση μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν. Εἶναι σάν νά μιλοῦν ὁ καθένας τή δική του γλώσσα καί διάλεκτο.

Γιατί συμβαίνει αὐτό; Γιατί μπορεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά αὐτιά μας γιά νά ἀκοῦμε ὅσα λέγουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, δέν ἔχουμε ὅμως ἀνοικτή τήν καρδιά μας στή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος πού μᾶς κάνει ἐπιεικεῖς καί διαλλακτικούς, πού μᾶς κάνει συγκαταβατικούς πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους. 

Κάτι ἀνάλογο μπορεῖ νά συμβαίνει καί μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πού ἀκοῦμε στήν Ἐκκλησία ἤ πού μελετοῦμε. Κι ὅμως δέν διαπιστώνουμε καμία ἀλλαγή καί ἐπίδραση στή ζωή μας καί στήν ψυχή μας, γιατί ἡ ψυχή μας δέν εἶναι δεκτική στή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ἦταν τῶν ἀποστόλων ἀλλά καί ὅσων ἄκουσαν τό κήρυγμά τους κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

Γι᾽ αὐτό ἄς ἀνοίξουμε τήν ψυχή μας στό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἄς ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό νά τό στείλει καί σέ μᾶς. Καί τότε θά δοῦμε καί τίς σχέσεις μας μέ τούς ἀνθρώπους νά βελτιώνονται καί, πολύ περισσότερο, θά δοῦμε νά βελτιώνεται ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό. Καί δέν θά κατανοοῦμε ἁπλῶς τόν λόγο του, δέν θά πιστεύουμε μόνο στά θαύματά του, ἀλλά θά ζοῦμε καί τό θαῦμα τῆς καλῆς ἀλλοιώσεως πού ἐπιτελεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι δεκτική τῆς χάριτός του, καί μᾶς ἁγιάζει.

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ