TEXT_SIZE
Διαφήμιση

orthodox links here:

Η κίνηση του σεβασμιωτάτου

Διαφήμιση

Αναζήτηση

με παρρησία...

Διαφήμιση

πρόσφατα

Διαβάστε όλα τα τεύχη του «Παύλειου Λόγου» τώρα

Διαφήμιση
Εμφανίσεις Περιεχομένου : 4112176

Ξενάγηση στην Ι.Μονή Τιμίου Προδρόμου

PDFΕκτύπωσηE-mail

Ξενάγηση στην Ιερά και Σεβάσμια Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σκήτεως Βεροίας
του Αρχιμ. Παλαμά Κυριλλίδη

Σειρά: Ιστορικά & Αγιολογικά κείμενα Μια σύντομη αφήγηση για τα σουδαιότερα γεγονότα και τις παραδόσεις που αφορούν στην ιστορική πορεία της Μονής του Τιμίου Προδρόμου και τη Σκήτη της Βέροιας.

Διατιθεται το πλήρες κείμενο σε ηλεκτρ.μορφή.

Στην καλλίμορφη περιοχή της Βεροίας, μόλις δεκαπέντε χιλιόμετρα Νοτιανατολικά, δεσπόζει ένα από τα ομορφότερα τοπία στον Ελλαδικό χώρο. Δυό οροσειρές συναντιώνται και αντικρύζονται. Το Βέρμιο, βουνό πολύπαθο με τους γκριζωπούς όγκους της σκουρόχρωμης πέτρας του στέκεται στα Βόρεια. Τα Πιέρια, πρασινωπά και πωρολιθοκτισμένα στέκονται Νότια, δημιουργώντας πλάτη φυσική στα τερπνά του κόσμου. Ανάμεσά τους ο Ακαταπόνητος, έτσι ερμηνεύεται το όνομα του ποταμού Αλιάκμονα που χωρίζει τα απολήξεις των δύο βουνών.
(c) 2001

ΞΕΝΑΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ & ΣΕΒΑΣΜΙΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΣΚΗΤΕΩΣ ΒΕΡΟΙΑΣ

Σειρά: Ιστορικά & Αγιολογικά κείμενα
(c) Αρχιμ. Παλαμάς Προδρομινός - 2001
(κ.κ. Ιωάννης Δ. Κυριλλίδης)
ΙΕΡΑ & ΣΕΒΑΣΜΙΑ ΜΟΝΗ
ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΣΚΗΤΗ ΒΕΡΟΙΑΣ - Τ.Θ. 10 - Τ.Κ. 591 00
τηλ. (0331)-43430
Εκτύπωση: TYPEPRESS,
Ν.Νικομήδεια Ημαθίας (0331) 90234
Επιτρέπεται η μερική ή ολική αναπαραγωγή ή αναμετάδοση με οποιαδήποτε μορφή ή μέσο, μέρους ή ολοκλήρου του βιβλίου, μόνο μετά από αναφορά στο βιβλίο.

προλογος
Στις σελίδες που ακολουθούν μπορεί κανείς να παρακολουθήσει μια εκτενή αφήγηση των ιστορικών και θρυλικών στοιχείων που έχουν σχέση με την Ιερά & Σεβασμία Μονή του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.

Δέν γίνεται προσπάθεια πλήρους καταγραφής και ιστορικής μελέτης, αλλά με βάση τα όσα έχουν γραφεί και εξιστορηθεί μέχρι σήμερα, επιχειρείται μια συνεχής χρονολογικά παράθεση των σημαντικοτέρων γεγονότων.

Η μορφή αυτού του πονήματος, που ταπεινώς παρουσιάζουμε, μοιάζει με προφορική ξενάγηση που θα μπορούσε ο προσκυνητής της Μονής να παρακολουθήσει, διά στόματος των πατέρων της, συμπληρουμένων πάντα με αδελφικές νουθεσίες και προτροπές.

Από τους ευλαβεστάτους προσκυνητές εξαιτούμεθα, εκ των προτέρων, συγγνώμη για τυχόν αβλεψίες και σφάλματα˙ αιτούμεθα δε από τον φιλάνθρωπο Θεό και τους εν Σκήτῃ Βεροίας διαλάμψαντες Αγίους, να ανταποδώσουν τους κόπους και την αγάπη των πρός την Ιερά και Σεβασμία Μονή μας.
ΞΕΝΑΓΗΣΗ
ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ & ΣΕΒΑΣΜΊΑ ΜΟΝΗ
ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ & ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΤΗΝ ΚΕΙΜΕΝΗΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ
ΣΚΗΤΗΝ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ
Στην καλλίμορφη περιοχή της Βεροίας, μόλις δεκαπέντε χιλιόμετρα Νοτιανατολικά, δεσπόζει ένα από τα ομορφότερα τοπία στον Ελλαδικό χώρο. Δυό οροσειρές συναντιώνται και αντικρύζονται. Το Βέρμιο, βουνό πολύπαθο με τους γκριζωπούς όγκους της σκουρόχρωμης πέτρας του στέκεται στα Βόρεια. Τα Πιέρια, πρασινωπά και πωρολιθοκτισμένα στέκονται Νότια, δημιουργώντας πλάτη φυσική στα τερπνά του κόσμου. Ανάμεσά τους ο Ακαταπόνητος, έτσι ερμηνεύεται το όνομα του ποταμού Αλιάκμονα που χωρίζει τα απολήξεις των δύο βουνών.
Ο μοναχισμός.
Δέν ήταν η ομορφιά του τοπίου που προσείλκυσε πρό χιλίων πεντακοσίων και πλέον ετών τους πρώτους ασκητές στην περιοχή. Τότε οι πόλεις ήταν πετρόχτιστες, με κεραμοσκέπαστες οικίες, μπαχτσεδάκια, κρήνες και φυσική ή επιτηδευμένη βλάστηση από οπωροφόρα δένδρα στις αυλες. Τί να ζηλέψει ο άνθρωπος της εποχής εκείνης από φυσικό τοπίο και θέα! Μόνον η κακουχία της απόμακρης ερημοτοπιάς θα μπορούσε να τον ελκύσει για να δαμάσει το σώμα και να χαλιναγωγήσει την ψυχή. Αυτοί που πρώτοι πατήσαν τα ευλογημένα πόδια τους στην κοιλάδα για να ασκηθούν, άς είναι αιώνια η μνήμη τους, ήρθαν για να σωθούν, «σωθείης» καθώς τότε χρησιμοποιούσαν για χαιρετισμό οι καλόγεροι, «μακάρι να σωθείς».
Κι αφήσαν πίσω τους πολλες φορές, περιουσίες ή φιλίες και χαρές για να ταφούν ζωντανοί σ’ένα σπήλαιο έχοντας κατά νού μόνον έναν έρωτα, μιαν αγάπη υστερική. Το μόνον που θέλαν ήταν να ζούν και να υπάρχουν, να αναπνέουν άν ήταν δυνατό, το όνομα του Θεού. Αυτή είναι από τις λίγες μάνητες που δέν σού αποστερεί το λογικό, αλλά σε κατευθύνει σε υπέρ φύσῃ καταστάσεις του πνεύματος, που ο πτωτικός άνθρωπος της γής μόνον σαν παράνοια μπορεί να χαρακτηρίσει.
Ήλθαν αυτοί οι σεβαστοί προπάτορες, αγιάσαν και χαριτώθηκαν. Άν δέν είχαν κοπεί οι διωγμοί από τον Μέγα Κωνσταντίνο, θα μπορούσαν κι αυτοί να μαρτυρήσουν. Είχαν μπροστά τους τον κόσμο, τις ηδονές και τα τερπνά του, δυό βήματα, μόλις δεκαπέντε χιλιόμετρα μακρυά τους, δυό-τρείς ὧρες πεζοδρομία και προσεγγίζαν όλα όσα ο Θεός ευλόγησε κι ο άνθρωπος κατασπατάλησε! Σα να άπλωναν το χέρι τους, το ξερακιανό από την ασιτία, και να άρπαζαν αυτοστιγμί όλα τα χορταστικά γεύματα των αιώνων. Ένα βήμα πιό έξω από το σπήλαιο και θα χαίρονταν τις ηδονές των πουπουλένιων στρωμάτων και των απατηλών σαρκικών συντρόφων! Λίγο το βλέμμα να στρεφΟταν στον κόσμο και τους ανθρώπους του, που μόλις δούν ασκητή τον θαυμάζουν για την ζωή του και τον επαινούν γι’ αυτήν˙ κανείς τους όμως δέν αναλαμβάνει να κάνει αγώνα ανάλογο να σώσει την ψυχή του! Και τον επαινούν γκρεμίζοντάς τον στα βάραθρα της υπερηφάνιας.
Κι αυτοί οι λογισμοί κι οι πειρασμοί δέν ήταν της στιγμής. Αντίθετα χρόνια κρατήσαν˙ και χρόνια, σαν λιοντάρι μαντρωμένο, ζητούσε το εγώ των απόκοσμων εκείνων ασκητών, να ξαναγυρίσει στον κόσμο, να ξεχάσει τον Θεό, να χαλάσει όσα είχαν χτίσει! Εάν για τους μάρτυρες ο δισταγμός και ο πειρασμός της επιστροφής κράταγε στιγμές ή μέρες πρίν γευτούν τον γλυκοθάνατο του μαρτυρίου, για τους ασκητές που τήρησαν τις εντολες του Θεού κράτησε, λες, αιώνες. Και μια μικρή συγκατάβαση στο μυαλό, για την αμαρτία, ήταν σα να θυμιάτισαν τα είδωλα. Πόσες φορές η αγωνία τους δέν έγινε «ιδρώς ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γήν» στην καταβαλλόμενη δύναμη της ικεσίας τους πρός τον αγωνοθέτη Κύριο.
Όχι βέβαια! Δέν εξελήλυθαν του κόσμου για να ζήσουν διακοπές ατελείωτες στην κοιλάδα του Ακαταπόνητου Αλιάκμονα! Δέν ήλθαν για να θαυμάσουν τα νερά και τα δένδρα, τις πηγές και τα βοτάνια! Εδώ κοιμΟταν στα κρύα δάπεδα των σπηλαίων παρέα με τρωκτικά κι αραχνοειδή. Το ευλογημενο νεράκι από τα μακρυά θα το μετέφεραν. Με λίγες ρίζες και χόρτα, από μέρα σε μέρα, τρέφονταν˙ κι αυτά συνήθως χωρίς βράσιμο, αφού και τα αναγκαία, λείπαν, τσουκάλια κι άλλα «πολυτελή» αγαθά.
Κι Οταν οι πρώτοι ασκητές προκόψαν και γίναν καταπέλτες ικεσιών, πρός τον φιλάνθρωπο Θεό, κι αποδείχθηκε και φανερώθηκε πως εκεί δέν παίζουν, μα κυνηγάνε τον μισόχριστο δαίμονα, τότε κι άλλοι ευλαβείς άνθρωποι ανέβηκαν στη Σκήτη και γέμισαν τον τόπο με γεροντάδες και υποτακτικούς, υποτακτικούς γεμάτους θέληση να μοιάσουν τους παλιούς. Δέν είναι η είσοδος ενός υποτακτικού στην μοναχική ζωή εύκολη. Ζεί ακόμη η κοσμική επιθυμία μέσα του και σε πολλούς και μέχρι να πεθάνουν δέν καταπολεμάται! Δέν είναι κι η δοκιμασία του υποτακτικού στρατιωτική πειθαρχία και εξωτερίκευση των απωθημένων του καθενός... Αλλοίμονον σε κείνον που περνά για δάσκαλος και δίνει εντολες κατά τον εγωισμό και την καλοπέρασή του. Κάθε εντολή πρέπει να είναι εντολή Χριστού στούς μαθητές! Να δίνει αρετή στο μαθητή, να το διδάσκει, να τον ανεβάζει στον ουρανό. Κι εκείνος ο υποτακτικός με αγαλλίαση θα δίνει τον εαυτό του, να δώσει χαρά στον γέροντά του και κατ’ επέκταση στον Θεό. Οταν θυμάται ο γέροντας κι ο υποτακτικός τον Θεό, χαίρονται ο καθένας να κάμει τα θελήματα του άλλου...
Κι ούτως εγένετο η Σκήτη! Σκήτη πολλοί παραποιούν και λέγουν πως είναι το ασκηταριό των μοναχών. Δέν μοιάζει να είναι έτσι. Πρώτα απ’ όλα Οταν φύτρωσε και βλάστησε και θάρρεψε ο Μοναχισμός στην Αίγυπτο, στήθηκαν τα πρώτα ασκηταριά σε καλυβούλες σχετικά κοντά η μια στην άλλη. Κι είχαν μια μικρή επικοινωνία και χαρά στο να προσλαλούν ο ένας τον άλλο οι καλογέροι˙ να ζούνε σαν σε χωριό, με κεντρική εκκλησία, που επειδή λειτουργούσε τις Κυριακές έμεινε να την αποκαλούν Κυριακό. Κι αυτός ο πρώτος μοναχικός οικισμός, με μόνον καλογέρους πολίτες και κατοίκους, συνάχθηκε στην περιοχή της Αιγύπτου που την αποκαλούνε «Σκήτη». Από εκεί, λες και γίνηκε ορολογία, γιατί όπου συνάζονταν πατέρες με τον ίδιο τρόπο, με καλυβούλες και κεντρικό ναό, τον τόπο εκείνο τον αποκαλούσαν Σκήτη.

Έτσι και στα μέρη μας, Οταν γέμισε από καλύβες και παραπήγματα και κατοικημένες σπηλιές η περιοχή ονομάσθηκε Σκήτη και «διά το είναι αυτήν παρά την Βέροιαν», την ονομάσανε για να ξεχωρίζει Σκήτη της Βέροιας! Κι η αρχαία παράδοση λέγει πως Κυριακό της, κυριακάτικος Ναός της, υπήρξε αφιερωμένος στον Τίμιο και Σεπτό Πρόδρομο, τον Βαπτιστή Ιωάννη, στο χώρο που σήμερα απλώνεται η μονή μας. Για τούτο και πολλοί από παλιά, την καλεςανε Σκήτη του Προδρόμου.

Πολύπαθος ο τόπος τούτος. Πολλοί τον γεύθηκαν και τον στράγγισαν είτε σε κειμήλια, είτε σε λείψανα, είτε σε χρήμα. Και μαζί με τις αρπαγές χαλάσαν κι όλα όσα αποδεικνύουν την ιστορία του. Κι όπως θα δούμε αργότερα, καταστράφηκαν όλα εκείνα τα χαρτιά και τα κιτάπια που θα συμπλήρωναν τις γνώσεις μας για τη συνεχή υπερχιλιετή πορεία της Σκήτης. Όλα όσα έμειναν από το μακρινό παρελθόν ομοιάζουν σα να είναι θρύλοι και μύθοι για το πως αναπτύχθηκαν οι τόσες μονές και τα καλύβια!

Οταν οι ασκητές, διδάσκαλοι της μοναχικής τέχνης αποκτούσαν πολλούς μαθητές, φυσικό ήταν να κατασκευάζουν μεγαλύτερα κτίσματα για να στεγάσουν όλους εκείνους που μαζεύονταν. Και κοντά στούς ξενώνες και τα κελιά κτίζονταν και μαγειρεία, αρχονταρίκια, μεγαλύτεροι ναοί και παρεκκλήσια έτσι ώστε τα συγκροτήματα να εξελιχθούν στα σημερινά μοναστήρια.
Το μοναστήρι του Αγίου Λαζάρου.
Τό παλιότερο μοναστήρι που εμείς γνωρίζουμε, από την παράδοση, είναι σήμερα εντελώς κατεστραμμένο κι έρημο. Πρόκειται για μοναστήρι αφιερωμένο στην Ανάσταση του Τετραήμερου Λαζάρου και κατά τις προφορικές διηγήσεις τιμημένο με το προνόμιο του Πατριαρχικού Σταυροπηγίου. Η παράδοσή μας λέγει πως σε αυτό ασκούνταν μοναχές. Τελευταία καταστράφηκε από τους Τούρκους, Οταν αυτοί κυρίεψαν τη Βέροια στα 1433. Οι Τούρκοι βρήκαν στο μοναστήρι τρείς γερόντισσες, τις οποίες αφού βασάνισαν τελικά τις απαγχόνισαν. Τη δε Μονή παρέδωσαν στις φλόγες. Τα λιγοστά ερείπιά της, βρίσκονται στην κορυφή του λόφου, πάνω από την Μονή του Προδρόμου, σε απόσταση 20-25 λεπτών της ώρας. Είναι εμφανής μια κρήνη, ένας χωμένος στο χώμα φούρνος και μια πλάκα μαρμάρινη η οποία μαρτυρεί πως η Μονή χτίστηκε το 900 μ.Χ. Σήμερα είναι δύσκολη έως αδύνατη η επίσκεψή της. Έχουν γεμίσει φυλλώματα τα μονοπάτια και τα ερείπια λες και κλείσαν κάθε πέτρα, με μίσος, για να χαθούν στον αιώνα! Άν δώσει ο Θεός ειρήνη στον τόπο μας και ευκαιρία, ευχής έργο θα ήταν η αποκάλυψη της μονής και των λειψάνων των μαρτύρων εκείνων καλογραιών! Εις ανάμνησιν, οι παλαιοί πατέρες πρόσθεσαν στις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου μας, την εικόνα της Ανάστασης του Τετραημέρου Λαζάρου στο δεξιό κλίτος, μιαν εικόνα του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα.
Οι άλλες μονές της Σκήτης.
Πολλες άλλες μονές ξεφύτρωναν σπαρμένες στις αντικριστές όχθες του Αλιάκμονα. Στα Πιέρια σκαρφάλωναν οι μονές της Αγίας Τριάδος, των Αγίων Θεοδώρων, Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, του Οσίου Αντωνίου και βέβαια η δική μας, του Τιμίου Προδρόμου. Στο Βέρμιο αντίστοιχα βρίσκονταν η Παναγία η Καλήπετρα, η Μονή των Ασωμάτων, του Προφήτου Ηλιού και μάλιστα η Σύναξις της Λιτής. Η τελευταία τούτη Σύναξη της Λιτής, ήταν τοποθεσία με οικοδομημένα κτίσματα και ναό, όπου συγκεντρώνονταν οι αντιπρόσωποι όλων των μονών και ελάμβαναν αποφάσεις για την πορεία της Σκήτης. Αυτό σήμερα συμβαίνει στο Αγιον Όρος, όπου οι αντιπρόσωποι συνάζονται και συζητούν τα τρέχοντα θέματα και λαμβάνουν αποφάσεις. Στη Σύναξη της Λιτής συμμετείχαν κι άλλες υπερόριες μονές, όχι πολύ μακρύτερα από τη Σκήτη, όπως αυτή του Αγίου Αθανασίου Σφηνίτσης, της Υπαπαντής και των Αγίων Αναργύρων Νησίου.
Έτσι στα βάθη των αιώνων χάνεται και η ιστορία της δικής μας Μονής. Μιας και η προφορική παράδοση χαρίζει στη Μονή μας τον χαρακτηρισμό του Κυριακού, του πνευματικού κέντρου της Σκήτης, γίνεται κατανοητό πως ήταν από τις αρχαιότερες της περιοχής, πρίν ακόμη και τον 9ο αιώνα, μα εμείς κρατούμε σαν αρχαιότερη χρονολόγηση, αυτήν της Μονής του Αγίου Λαζάρου και εκεί ταπεινά λέγουμε πως η μονή μας διαβιοί εδώ και 1100 χρόνια.
Ο Όσιος Αντώνιος ο Βεροιώτης.
Κατ’ εκείνα τα χρόνια (9ος αιώνας) έζησε στην Σκήτη ο Όσιος Αντώνιος, ο οποίος καταγΟταν από την πόλη της Βέροιας, κι είχε γονείς ευσεβείς. Μόλις εικοσάχρονο παληκάρι ξέφυγε από τον απατηλό κόσμο και πορεύθηκε στην κοιλάδα του ουρανού, ολόψυχα σκοπεύοντας να σώσει την ψυχή του. Βρήκε αποκούμπι στη Μονή του Προδρόμου κι έβαλε μετάνοια στο σεβαστό προεστώτα και ηγούμενο της Μονής. Μέσα στην αδελφότητα, που βέβαια όλοι -μα αλήθεια όλοι- είχαν σκοπό την σωτηρία τους, βρήκε στήριγμα ο νεαρός Αντώνιος και μαθαίνοντας και προκόπτοντας μεγαλύνθηκε στην αρετή και πολλά κατόρθωσε από τα πνευματικά χαρίσματα. Μετά είκοσι ολόκληρα χρόνια, έχοντας ξεχάσει τα κοσμικά και τις επιθυμίες της σάρκας, άνδρας στα σαράντα του, ζήτησε θεοφιλώς από τον ηγούμενο να μεταβεί σε σπηλιά απόμερη και να ασκηθεί ακόμη περισσότερο.
Δέν είχε λόγο να του αρνηθεί ο ηγούμενος εκτός της θλίψης του για τον αποχωρισμό του σπουδαιοτάτου αδελφού της συνοδείας˙ μάλλον σκεπτόμενος την ανταμοιβή στούς ουρανούς, του έδωσε την ευχή του κι εκείνος ανεχώρησε, όχι πολύ μακρυά, σχεδόν κάτω από την μονή, πολύ κοντά στο ποτάμι. Ακόμη περισσότερο, ζόρισε τον εαυτό του, να μην ραθυμεί αλλά να έχει κατά νού, πως υπάρχει κι άλλη ζωή κι άν δέν την κυνηγήσεις από αυτή, την επίγεια, δέν θα καλοπεράσεις μετά θάνατο. Αλλά και η θερμή του προσευχή συνεχώς τον έφερνε πιό κοντά στον Θεό, τον Κύριό του, ώστε ολοψύχως κυριεύτηκε από την αγάπη Του.

Τότε τον προσέγγισε ο δαίμονας για να τον πειράξει. Μια φορά του φάνηκε σαν αδελφός της Μονής και του θύμιζε τα καλά της κοινοβιακής ζωής. Έλεγε, ο δαίμονας, πως τάχα «λυπούνται πολύ οι αδελφοί σου και σε παρακαλούν να γυρίσεις για να τους ωφελήσεις!». Άλλη φορά πάλι στεκΟταν σαν θηρίο μπροστά στον όσιο ή ανεβοκατέβαζε την στάθμη του ποταμού για να τον πνίξει τάχα. Κάποια φορά πάλι του εμφανίσθηκαν, οι δαίμονες, σα στρατιώτες με στρατηγό, να του επιτίθενται με βέλη και πέτρες, κι άλλοι που κάνανε τόσο θόρυβο σα να επρόκειτο να γκρεμίσουν το σπήλαιο! Τέλος μην βρίσκοντας λύση ο δαίμονας στις απειλες και τα παρακάλια εμφανίσθηκε σαν άγγελος του Θεού. Μίλησε στον όσιο Αντώνιο σαν απεσταλμένος του Κυρίου και του είπε: «Πόσο ευαρεστήθηκε ο Θεός με την άσκησή σου! Τώρα που τελειώθηκες, εντολή Του είναι, να πας στον κόσμο για να κηρύξεις!!!». Βλέπετε πως ο δαίμονας εξακοντίζει τόσους μεγάλους πειρασμούς και φαντασίες, μόνον σε αυτούς που μονώθηκαν και ασκήθηκαν ολόψυχα, για να σώσουν την ψυχή τους. Κι όλη η προσπάθεια του δαίμονα είναι, πάση θυσία, να τους διώξει από τον τόπο που ασκούνται, γιατί τόσο πολύ πολεμάται και τόσο πολύ μαστιγώνεται από τις προσευχές τέτοιων μοναχών. Κι αυτοί οι αληθινοί μοναχοί, ωφελούν με την προσευχή τους, όλο τον κόσμο περισσότερο από το κι άν ακόμη όλη μέρα γυρίζαν στα νοσοκομεία και τα θεραπευτήρια, για να προσφέρουν κοινωνικές υπηρεσίες!

Πενήντα τέσσερα χρόνια κράτησε αυτή η δοκιμασία του οσίου. Μετά από όλους αυτούς τους πειρασμούς και τις κακουχίες απήλαυσε από τούτη τη ζωή την χαρά του παραδείσου, έχοντας οπτασίες αγγέλων αληθινών και ενδυνάμωση από τη χάρη του Θεού. Οταν συμπλήρωσε τα 94 του χρόνια, πλήρης ημερών συνάντησε έναν παπά που έκοβε ξύλα στο δάσος. Ζήτησε να μεταλάβει, κι Οταν ο παπάς εκείνος του μετέφερε την θεία κοινωνία -ήταν εποχή των Χριστουγέννων- ο όσιος, του διηγήθηκε τα καθέκαστα της ζωής του. Λίγες ημέρες μετά άφησε την πνοή του, μέσα στο σπήλαιο, όπου είχε ζήσει τόσα χρόνια με στερήσεις και πειρασμούς, όμως ενωμένος με το Θεό που τόσο αγάπησε!
Κάποιοι κυνηγοί κοντά στο σπήλαιο κυνηγούσαν θηράματα του δάσους. Πρόσεξαν τότε στα φυλλώματα, ένα χέρι να τους παρακινεί να πλησιάσουν, κι εκείνοι προσεγγίζοντας το σπήλαιο δέν βρήκαν κανέναν - ήταν αγγελικό το χέρι που είδαν - αλλά βρέθηκαν στο ανέλπιστο θέαμα! Ο Όσιος κοίτονταν άπνους στο έδαφος, ευπρεπισμένος όμως, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, και μια κανδήλα αναμμένη να στέκει πάνω από το σκήνωμα, ιπτάμενη στον αέρα, κρεμάμενη από το πουθενά! Όλοι αντιλήφθηκαν πως επρόκειτο περί οσίας ψυχής. Ο δέ επίσκοπος της Βεροίας είχε, από βραδίς, δει ανάλογο όραμα και ανέμενε να ακούσει κάποιο θαυμαστό μήνυμα. Οι κυνηγοί τον κάλεσαν και μαζί πλήθη κόσμου κατέφθασαν στη Σκήτη, για να παραλάβουν εν πομπῇ και λιτανείᾳ το ιερό σκήνωμα.
Τότε όμως προέκυψε ένα σοβαρό πρόβλημα, καθώς όλοι θέλαν να πάρουν και να θάψουν τον Άγιο στον τόπο τους, ώστε να τον έχουν για ευλογία δίπλα τους, παντοτεινά! Επέλεξαν μετά τις διαφωνίες και τους διαπληκτισμούς να αφήσουν την βούληση του Οσίου να φανεί, βάζοντας το σώμα πάνω σε κάρο που το έσερναν βόδια. Τα ζώα οδηγήθηκαν, με θεία βουλή, στη Βέροια και σταμάτησαν μπροστά στο πατρικό σπίτι του οσίου. Εκεί που έθαψαν τον Όσιο φύτρωσε μια μουριά και από τους καρπούς της όσοι ασθενείς τρυγούν με πίστη, πως ο Θεός διά του Αγίου θα ενεργήσει πρός το συμφέρον τους, λαμβάνουν τα ιάματα. Παραδίπλα υπήρχε ναός λαμπρός της Παναγίας, αλλά με την πάροδο των χρόνων η πανήγυρη της μνήμης του Οσίου απέκτησε μεγαλύτερη λαμπρότητα και καθιερώθηκε ο ναός να είναι πρός τιμήν του. Αυτός είναι και σήμερα ο καθεδρικός ναός της Βέροιας και πανηγυρίζει δύο φορές το χρόνο, στις 17 Ιανουαρίου, μνήμη της κοιμήσεως του και την 1η Αυγούστου που παλαιότερα τελούνταν μεγάλη εμποροπανήγυρη.
Ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς,
Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.
Εάν ο όσιος Αντώνιος υπήρξε κορυφή οσιότητος, ερημητισμού και ασκητικότητος, ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, είναι η κορωνίδα των προσωπικοτήτων που ασκήθηκαν στα μέρη μας. Γεννήθηκε το 1296 στην αγιοτόκο Κωνσταντινούπολη σε μια οικογένεια αξιοζήλευτη. Σπάνιο πράγμα η αγιότης. Μα και να βρεθεί ολόκληρη οικογένεια αγία, ακόμη πιό σπάνιο! Ο πατέρας Κωνσταντίνος Παλαμάς ήταν αξιωματούχος της Αυτοκρατορικής Αυλής και βαθιά εντρυφούμενος την καρδιακή προσευχή, βυθιζΟταν στην επανάληψη της ευχής, ακόμη και κατά τις συνεδριάσεις με τον Αυτοκράτορα. Συνέβη όμως και ο Θεός τον κάλεσε νωρίς αφήνοντας τη σύζυγό του Καλή, τους γιούς του Γρηγόριο, Θεοδόσιο και Μακάριο και τις θυγατέρες του Επίχαρη και Θεοδότη, απροστάτευτους.

Μετά από τις σπουδές του ο Γρηγόριος, που δέν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητες, διότι έγιναν υπό την επίβλεψη του αυτοκράτορα, μαζί με τους δύο αδελφούς του έφυγε για το Αγιον Όρος. Εκεί ο Αγιος έγινε ασκητής στην περιοχή του Βατοπεδίου κι αργότερα στη Μεγίστη Λαύρα κοινοβίασε μέσα στη Μονή. Μετά έξι χρόνια πάλι αγάπησε την ησυχία και ξαναγύρισε σε ασκηταριά για δύο χρόνια. Δέν ησύχασε όμως κι εκεί, γιατί πάλι βρέθηκαν πειρατές που του τάραζαν συνεχώς τη γαλήνη. Το 1325 πήρε απόφαση να φύγει για τα Ιεροσόλυμα, και για το λόγο αυτό έφθασε στη Θεσσαλονίκη και μαζί τον συνόδευσαν μια δωδεκάδα μαθητών. Είχε πιά προκόψει στην αρετή κι ήταν γνωστός. Την επιβράβευση έφερε κι η πρόταση για χειροτονία που του κάμανε, κι εκείνος ταπεινά, γνωρίζοντας πως ήταν θέλημα του Υψίστου, την αποδέχτηκε και σύντομα χειροτονήθηκε παπάς.

Έμενε τώρα να βρεί τόπο ήρεμο και ήσυχο για να χαίρεται τις πνευματικές του αναβάσεις. Κι έφθασε στη Σκήτη, για να διαπιστώσει αυτό που πολλοί έλεγαν στη Θεσσαλονίκη, πως δηλαδή ήταν φροντιστήριο ψυχών, ο χώρος, και πολλούς ανάπαυε η κοιλάδα. Ήταν το 1326 κι αφού μετάνισε στο Μοναστήρι του Προδρόμου, δέν θέλησε να βαρύνει τους αδελφούς με την παρουσία του, λες πως θα ήταν κόπος να περιποιούνται έναν Άγιο, αλλά ταπεινά έλαβε ευλογία και τραβήχθηκε στο σπήλαιο που βρίσκεται κάτω από το μοναστήρι σε απόσταση πέντε μόλις λεπτών. Εκεί βέβαια, άν ήθελε συναντιΟταν με τους άλλους μοναχούς, γιατί δέν ήταν μακρυά. Μα εκείνος έκανε το πάν για να βρεθεί μόνος και να σκύψει το πρόσωπο στο στήθος, να χαλαρώσει τις αισθήσεις του σαρκίου και να αρχίσει την ρυθμική βύθιση στην ευχή «Κύριε, Ιησού, Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό». Και μέσα από την επανάληψη αυτή, άρχιζαν να φεγγοβολούν τα πάντα τριγύρω και το σκοτεινό και υγρό της σπηλιάς γινΟταν καταδεκτικό και θερμό. Ποιός θα διέκοπτε την γαλήνη της επαφής με τα Θεία για να μιλήσει αργολογίες και κουταμάρες!

Το σπήλαιο αυτό που σώζεται ακόμη και σήμερα έχει έναν υπαίθριο προθάλαμο και σώζονται κόγχες σαν αυτές που έχουν τα παρεκκλήσια για Προσκομιδή και Αγία Τράπεζα. Στα δεξιά βρίσκεται μια χαμηλότατη είσοδος που για να τη διαβεί κανείς πρέπει να’ναι ανάρκουδα-στα τέσσερα. Σιγά-σιγά ψηλώνει μέσα το σπήλαιο με λίγα τετραγωνικά χώρο. Κάνει λίγη ὧρα να συνηθίσει το μάτι σου το λιγόφως. Η μια πλευρά έχει πάρει μορφή μιας θυμωνιάς ή ενός σωρού από σπηλαίϊκο υλικό. Κι εκεί στην κορυφή του σωρού υπάρχει ακόμη μια μικρή είσοδος. Εάν διαβείς κι εκείνο το σημείο, τότε ο πολύ μικρός θάλαμος που συναντάς σε φέρνει σε απόλυτη μόνωση και ησυχία. Τρομάζει κανείς από την ησυχία! Δέν ακούς τίποτα και δέν βλέπεις τίποτα! Να ιδανικός τόπος για να καταστείλει τις δυνάμεις του σώματος και να αφήσει το πνεύμα ατάραχο να προσεύχεται, καθώς έκανε κι ο Αγιος. Γνώριζε ο Αγιος πως σαν το σκοτεινό σπήλαιο είναι η ψυχή μας από τα πάθη. Άν δέν το φωτίσει η Χάρις του Θεού παραμένει σκοτεινό κι απρόσιτο.

Με προσοχή, το Σαββατόβραδο έβγαινε από το σπήλαιο του, και πήγαινε με το κεφάλι σκυφτό, στο Μοναστήρι. Εκεί λειτουργούνταν ή λειτουργούσε και έπαιρνε μέρος στην Κυριακάτικη τράπεζα. Μετά συνομιλούσε, με φόβο Θεού, χωρίς πολλά-πολλά λόγια και το απόγευμα ξαναγύριζε να κρυφτεί στα ίδια.
Κάποια Κυριακή ξανοίχτηκε στη συζήτηση με ένα ενάρετο παπούλη, τον γέροντα Ιώβ, πούχε χρόνια στην άσκηση. Ο Αγιος τότε μόλις ξεπερνούσε τα τριάντα του, βέβαια δέν ήταν μικρός καθώς τότε ωρίμαζαν ταχύτερα, αλλά ούτε και ήταν κανένας πολιός γέρων. Ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διατείνονταν πως η προσευχητική εργασία και μάλιστα η συνεχής επανάληψη της ευχής, είναι πράγμα κατορθωτό σε όλους. Ακόμη κι οι λαϊκοί Οταν εργάζονται κι Οταν ταξιδεύουν και σε κάθε στιγμή της ζωής τους, μπορούν να λέγουν συνεχώς αυτή την απλή προσευχή, και να αξιωθούν της καθάρσεως και των πνευματικών καταστάσεων, όπως οι μοναχοί. Ο γέροντας Ιώβ πάλι αντέλεγε πως η πολυμεριμνησία και τα άγχη της καθημερινής ζωής δέν επιτρέπουν στον νού να συγκεντρώνεται για να τελεςει θερμή και ακατάπαυστη προσευχή. Ήρθε η ὦρα να χωρίσουν και κανείς δέν έκανε πίσω στον λογισμό του. Κατευθύνθηκαν κι οι δυό στα ασκηταριά τους, ο καθένας προσευχόμενος να φωτίσει τον άλλο. Σαν κλείστηκε στο ασκηταριό του ο Ιώβ και κατανύχτηκε και γονάτισε και προσευχήθηκε, του φανερώθηκε Άγγελος του Θεού και κάπως τον επέπληξε: «Γιατί Ιώβ δυσπιστείς στα λόγια του Γρηγορίου; Η προσευχή είναι εντολή εις πάντας παραδεδομένη, ανεξαρτήτως του τόπου και της καταστάσεως που ζούν. Αυτό δέν περιγράφουν κι οι πατέρες, λέγοντας, καλύτερα να προσεύχεσαι παρά να αναπνέεις;». Ο γέροντας Ιώβ γνώρισε πως το όραμα ήταν αληθινό κι από Θεού, και παρά την ηλικία του και το περασμένο της ώρας έτρεξε στο ασκηταριό του Αγίου Γρηγορίου για να βάλει μετάνοια και να ζητήσει συγγνώμη.
Εκείνο το διάστημα κοιμήθηκε η μητέρα του Αγίου, ως μοναχή, στην Κωνσταντινούπολη. Κι οι αδελφές του, ήδη μοναχές κι αυτές, ζήτησαν να τις συμπαρασταθεί. Εκείνος έκανε τον κόπο να πάει στην βασιλεύουσα και να τις συνοδεύσει πάλι, μαζί του, στη Βέροια. Εκεί σε μοναστήρι, που βρίσκονταν μέσα στην πόλη, τις άφησε να ασκούνται σε ενάρετη συνοδεία μοναζουσών.
Η Βέροια τιμήθηκε από την παραμονή εκεί των εναρέτων μοναζουσών, της Επίχαρης και της Θεοδότης. Περισσότερο κοσμήθηκε από την κοίμηση της πρώτης και δέχθηκε στα φιλόξενα χώματά της το σκήνος της. Η Επίχαρις είχε προαισθανθεί το τέλος της και συναντήθηκε με τον Άγιο αδελφό της. Του προφήτευσε μάλιστα πως γρήγορα θα εγκατέλειπε αυτό τον τόπο, για να επιστρέψει, αυτός, στο Αγιον Όρος.
Μετά παρέλευση λίγων ετών, πέντε ή κατ’άλλους δέκα, άρχισαν οι επιδρομές των Σέρβων. Αυτοί δέν είχαν εκχριστιανιστεί ακόμη και ζούσαν με άγρια και πολεμοχαρή ένστικτα. Οι νέοι μοναχοί ήταν καλή λεία, γιατί θα τους πουλούσαν στα σκλαβοπάζαρα, κι έτσι κατέφθασαν και σχεδόν κατέλαβαν την Σκήτη. Στη Βέροια μπήκαν το 1347. Μέχρι τότε όμως, ο Αγιος συναισθανΟταν τον κίνδυνο, και γι’ αυτό μάζεψε τους μαθητές του κι έφυγε άρον-άρον για την Θεσσαλονίκη, κι από κεί για το Αγιον Όρος.
Ο Αγιος Γρηγόριος έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην εκκλησιαστική ιστορία της Ορθοδοξίας. Κι αυτό, γιατί κάποιος Βαρλαάμ, Καλαβρός στην καταγωγή προερχόμενος από τους καθολικούς και στην ιδέα φιλόσοφος, ήρθε από τη Δύση και προσπάθησε να επηρεάσει τις θεολογικές τάσεις της Ανατολής. Πολλούς κατατρόπωσε στις συζητήσεις, κι ήταν τόσο λογικοφανής, που κανείς δέν τολμούσε να τον αντικρούσει, μάλλον δε, αποκτούσε συνεχώς οπαδούς. Στη δύσκολη αυτή στιγμή, που απειλούνταν με νόθευση τα δόγματα της Εκκλησίας, που γελοιοποιούνταν η νοερά προσευχή και οι πνευματικές καταστάσεις που είχαν σχέση μ’αυτήν, ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσέτρεξε και αναχαίτισε τον αιρετικό Καλαβρό. Τα γεγονότα εκείνης της περιόδου έμειναν γνωστά με την ονομασία «Ησυχαστικές έριδες», γιατί το επίμαχο ζήτημα ήταν άν πρέπει να μονώνεται κανείς και να πιέζει τον εαυτό του στην τέλεση της ευχής ή να κάθεται στις αίθουσες διδασκαλίας και να φιλοσοφεί. Πολλά από τα συγγράμματα του Αγίου είχαν αποδέκτες και τους μοναχούς της Σκήτης της Βέροιας.

Οταν έχασε το παιχνίδι ο Βαρλαάμ έφυγε πίσω στην Ιταλία, αλλά άλλοι συνεχιστές του δημιούργησαν προβλήματα με πρώτο τον Ακίνδυνο. Και σε αυτές όμως τις προστριβές και συνοδικώς ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι θεολογικές και ορθές απόψεις του επικράτησαν. Ο δε Αγιος, καταξιώθηκε να γίνει αρχιερέας και μητροπολίτης της Θεσσαλονίκης. Αφού μετά από περιπέτειες και ομηρεία στην Μικρά Ασία από τους Τούρκους, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, εκεί λίγα χρόνια μόλις μετά, το 1359 άφησε την τελευταία του πνοή.

Τις τελευταίες του στιγμές κοίταξε πρός τα πάνω και φώναξε «Στα επουράνια, στα επουράνια...», δεικνύων την οδό που θα πορεύονταν λίγες στιγμές αργότερα. Κι εκεί «στα επουράνια» έλαβε τις πρέπουσες τιμές για τους αγώνες του και τους άμετρους κόπους του.

Το τίμιο σώμα του, μετά από την εκταφή, υπήρξε άφθαρτο, δηλαδή δέν σάπισε, αλλά ευωδίαζε και θαυματουργούσε. Στούς λατίνους όμως, τους υποτελείς του Πάπα, ήταν χονδρό αγκάθι η ενθύμιση του Αγίου και μάλιστα ολόσωμου. Γι αυτό πολλες φορές τον συκοφαντούσαν λέγοντας, πως για τα αμαρτήματά του έμεινε «άλυωτος», δέν δέχθηκε από απέχθεια η γή να τον διαλύσει «στα εξ ὧν συνετέθη»! Τον 19ο αιώνα ο ναός του Αγίου καταστράφηκε από φωτιά και το τίμιο σκήνωμά του κάηκε αφήνοντας μόνον τα οστά ανέπαφα! Τόσο γινάτι κράτησαν οι καθολικοί που Οταν τυπώνονταν οι εκκλησιαστικές μας ακολουθίες στην Βενετία -κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας- ο Δόγης έδινε την άδειά του για την έκδοση, μόνον εφόσον δέν υπήρχε σχετική αναφορά στον Άγιο. Έτσι για αρκετά χρόνια που κυκλοφορούσαν τα έντυπα από την Βενετία, η γιορτή του είχε σχεδόν ξεχαστεί. Περί τα μέσα και τέλη του 20ου αιώνα, επανήλθε η μνήμη των ενδόξων αγώνων του και έλαβε την πρέπουσα θέση στον χώρο των Ορθόδοξων ναών. Εορτάζεται η μνήμη της κοίμησής του στις 14 Νοεμβρίου, αλλά και την 2η εβδρομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, οπότε τιμούμε τους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας.
Ο Αγιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης.
Στα 1303 είδε το φώς του κόσμου ο Αγιος Αθανάσιος, στην Νέα Πάτρα. Μόλις 16 χρονών ξεριζώθηκε από την πατρίδα του, καθώς Φράγκοι κατακτητές την κατέλαβαν, το 1319. Τότε ήταν που έφυγε για τη Θεσσαλονίκη κι από κεί για το ευλογημένο Αγιον Όρος. Στην μεγάλη μοναχική μητρόπολη όμως, τηρούσαν μια ευλαβή συνήθεια, και δέν δέχονταν αγένειους νέους, πρός αποφυγήν του σκανδαλισμού των πατέρων και βέβαια για την πλήρη ωρίμανσή των. Με απογοήτευση τότε αναχώρησε ο Αθανάσιος και περιπλανήθηκε σε πολλά μέρη. Πήγε και στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον περίφημο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, κι αργότερα μετέβηκε στην Κρήτη, κι Οταν απέκτησε ηλικία, στα 30 του χρόνια, ξαναγύρισε για να μείνει στο Όρος. Διέμεινε σε μια περιοχή που ανήκει στην Μονή Ιβήρων. Από εκεί, τον κάλεσαν οι πατέρες Γρηγόριος ο Πολίτης και Μωυσής, και του μετέδωσαν το μοναχικό και αγγελικό σχήμα.

Την εποχή εκείνη έκαμαν πολλες επιδρομές στο Αγιον Όρος οι Τούρκοι. Πολλοί μοναχοί αισθάνθηκαν ανασφάλεια και κατέφυγαν στα ενδότερα της ηπειρωτικής χώρας για προστασία. Το ίδιο συνέβη την ίδια περίπου εποχή με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Ανάμεσα στούς μοναχούς που αποφάσισαν να αυτοεξοριστούν υπήρξαν κι ο Γρηγόριος ο Πολίτης με μαθητές του τον Άγιο Αθανάσιο και τον Γαβριήλ. Έτσι η σεπτή αυτή τριάδα με ιδιάζουσα πνευματικότητα κατευθύνθηκαν δυτικά, πέρασαν την Θεσσαλονίκη και την Βέροια κι ανέβηκαν ευλαβικά για προσκύνημα στη Σκήτη.

Κατά την μαρτυρία του Γέροντα του Αγίου, του Γρηγορίου του Πολίτου, ο Αγιος Αθανάσιος λάτρευε την ησυχία κι αποστρέφονταν την ταραχή της πόλεως. Έτσι άν και πάρα πολλοί τους κατατρέχαν για να τους κρατήσουν στην διακονία της πόλης, αυτοί έψαχναν μέρη να ησυχάσουν. Στη Σκήτη έφθασαν το 1340, τέσσερα-πέντε χρόνια μετά την αναχώρηση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Η παράδοση μάς διασώζει πως εδώ, διέτριψαν τρία χρόνια. Αλλά η καρδιά του Αγίου Αθανασίου ετρώθη και εστερεώθη ακραιφνώς πλέον στην αναζήτηση της ησυχίας. Όχι της απλής ησυχίας, αλλά της απόλυτης μόνωσης και ανύψωσης στούς πνευματικούς ουρανούς. Για τον λόγο αυτό σκίρτησε η καρδιά του σαραντάχρονου Αγίου Οταν άκουσε από τα χείλη του Επισκόπου Σερβίων Ιακώβου πως νοτιώτερα υπήρχαν βράχια πανύψηλα που ούτε αετοί δέν φωλιάζαν. Εκεί είχε δει ασκητές να μην μιλούν σε κανένα και να κρύβονται όσο πιό απόμερα γίνεται.

Σχεδόν αμέσως ο Αγιος έβαλε μετάνοια στούς αδελφούς, της συνοδείας που τον φιλοξενούσε, και ξεκίνησε για τα Μετέωρα. Εκεί ανέβηκε στον ψηλότερο και μεγαλύτερο βράχο, κι έχτισε το πρώτο μοναστήρι των Μετεώρων, πρός τιμήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού. Κι εκεί κοιμήθηκε στα 1373 συμπληρώνοντας τα εβδομήντα του χρόνια. Η μνήμη του τελείται στις 20 Απριλίου μαζί με του συνκτίτωρά του, Αγίου Ιωάσαφ. Άν και προϋπήρξαν ερημίτες στα Μετέωρα, η πρώτη ολοκληρωμένη Μονή κτίσθηκε από τους δύο Αγίους, για τούτο θεωρούνται διοργανωτές της μοναχικής πολιτείας των ιερών βράχων.
Ο Αγιος Θεωνάς, Αρχιεπίσκοπος
Θεσσαλονίκης.
Ένας ακόμη ασκητής που καταστάθηκε δεσπότης στη συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη, υπήρξε και οικιστής της ενδόξου Σκήτης της Βέροιας. Τούτος ο Αγιος γεννήθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα στη Μυτιλήνη. Κι από κεί πήγε στο Αγιον Όρος και καλογέρεψε στη Μονή του Παντοκράτορος. Έκαμε αρκετά χρόνια εκεί. Συχνά πυκνά ξέφευγε για να επισκεφτεί έναν σπουδαίο κελιώτη ασκητή, τον Γέροντα Ιάκωβο. Τόσο τον θαύμαζε που ζήτησε ευλογία από το Μοναστήρι, για να ακολουθήσει την συνοδεία του.
Κάποτε ο Γέροντας Ιάκωβος παρέλαβε την συνοδεία του, μαζί και τον μοναχό Θεωνά, κι έφυγε από το Όρος. Μετακινήθηκε από θεία βούληση στα Μετέωρα κι από κεί στο χωριό Δερβέκιστα στην Αιτωλοακαρνανία. Έμειναν στην Μονή του Προδρόμου που υπάρχει εκεί. Αλλά συνελήφθησαν, από τους Τούρκους, ο Γέροντας Ιάκωβος και μερικοί πατέρες από τη συνοδεία, όχι όμως κι ο Αγιος Θεωνάς. Οι Τούρκοι είχαν αντιληφθεί το αφυπνιστικό έργο που τελούσαν. Μετά από βασανιστήρια ο Γέροντας Ιάκωβος κι οι συμμονάστες Ιάκωβος και Διονύσιος τελείωσαν μαρτυρικά την επίγεια ζωή τους κι έλαβαν στεφάνια νίκης στούς ουρανούς. Ο Αγιος Θεωνάς κι όσοι είχαν απομείνει μαζεύτηκαν, φύγαν από την Αιτωλοακαρνανία και μπήκαν ξανά στο Αγιον Όρος, στη Μονή της Σιμωνόπετρας στα 1520. Δυό χρόνια μετά ξαναρχίσαν την περιπλάνηση τους κι ήρθαν στην Σκήτη της Βέροιας. Ο Αγιος Θεωνάς που στην πραγματικότητα ήταν ησυχαστικός άνθρωπος, βρήκε σπήλαιο σε απόσταση, από τη Μονή, περίπου 20 λεπτών στην κάθοδο της κοιλάδας, αρκετά δύσβατο κι απρόσιτο. Δέν έμεινε πολύ στα μέρη μας. Ευλόγησε τον τόπο με την παρουσία του και την οσιότητά του κι αναχώρησε για τα Βασιλικά της Θεσσαλονίκης όπου ανακαίνισε μια παλιά Βασιλική Μονή, αυτήν της Αγίας Αναστασίας. Παράλληλα στα ψηλότερα μέρη έκανε ένα ασκητήριο για να εφησυχάζει όποτε μπορούσε. Μάζεψε γύρω του 150 (!) μοναχούς και τους καθοδηγούσε στα μυστήρια της εν Χριστῷ ζωής.
Σε λίγα χρόνια τον εκλέξαν Δεσπότη στη Θεσσαλονίκη κι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εντελώς την ησυχία για να διακονήσει τον κόσμο! Ο αγώνας αυτός κράτησε μόλις έξι χρόνια και το 1542 ανεπαύθη στην αγκαλιά του Κυρίου του, για τον οποίο εκοπίασε και ταλαιπωρήθηκε στη ζωή αυτή! Η μνήμη του είναι στις 4 Αυγούστου, αλλά γιορτάζεται πανηγυρικά, στην Βόρειο Ελλάδα, και την Ε΄ Κυριακή των νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ο Αγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπῳ.
Παράξενες είναι οι συγκυρίες της ζωής που καθοδηγούν τους ανθρώπους. Ο Αγιος Διονύσιος, έως τα τέλη της ζωής του ήταν σε περιπλάνηση και σε μόχθο. Γεννήθηκε κοντά στα Τρίκαλα και πρωτασκήτεψε στα Μετέωρα. Αλλά δέν αναπαύθηκε εκεί κι έφυγε παρά τη θέληση του γέροντά του πηδώντας στο κενό από τα υψηλότατα βράχια. Και βέβαια που αλλού να ζητήσει λιμένα ατάραχο παρά στο Αγιον Όρος. Τον κάμανε μεγαλόσχημο μοναχό και μετά από λίγο παπά. Με ευλογία του Γέροντά του, πήγαινε κοντά στην Μονή του Καρακάλου και ασκήτευε μονάχος σε σπηλιές και παραπήγματα, τρεφόμενος μόνον με κάστανα, κι απ’αυτά μετρημένα 50-60 κάθε φορά.
Στην Μονή του Φιλοθέου που ήταν κοντά, πολύ εκτιμήθηκε η πνευματική του κατάσταση και τον κάλεσαν να ηγουμενεύσει. Αλλά στη Φιλοθέου αυθαιρετούσαν μερικοί Βούλγαροι μοναχοί και αντιδρούσαν στην επικράτηση της μοναχικής τάξης, που θέσπισε ο Αγιος Διονύσιος. Άν κι εκείνος έφθασε μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να βρεί χρήματα για την ανακαίνιση της Φιλοθέου και πολλες φορές θαυματούργησε, παρά ταύτα, οι Βούλγαροι σκέφτηκαν ακόμη και να τον σκοτώσουν. Για ν’ αποφύγει τότε ο Αγιος το σκάνδαλο, σηκώθηκε κι έφυγε με μια συνοδεία λίγων ατόμων, που δέν ήθελαν να τον αποχωριστούν. Γρήγορα πορεύθηκε στη Σκήτη της Βέροιας όπου είχε ακουστά για ενάρετους πατέρες.
Ήταν το 1523, Οταν βρήκε είκοσι πατέρες στην Μονή του Αγίου Αντωνίου κι άλλους τόσους στη Μονή της Παναγίας, τελικά όμως προσάραξε στην Μονή μας όπου υπήρχαν δέκα καλοκάγαθοι και πνευματικοί πατέρες. Ξεχώρισε έναν απ’αυτούς που τον λέγανε Ματθαίο. Τούτος ήταν εξομολόγος, αλλά και χαριτωμένος από τον Θεό με συνεχή δάκρυα. Καθώς μούσκευε το στήθος του, απ’ τα δάκρυα της κατάνυξης, συνήθιζε ο γερο-Ματθαίος να τοποθετεί ένα κομμάτι ύφασμα μπροστά του, που συχνά χρειαζΟταν να το αλλάξει Οταν βρεχΟταν πολύ.
Ο Αγιος Διονύσιος κέρδισε την εκτίμησή τους και κατεστάθη ηγούμενος της Μονής του Προδρόμου. Αφού έκαμε μια προσκυνηματική επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα, επέστρεψε κι επιδόθηκε να ανακαινίσει πλήρως τη Μονή. Και δούλευε ο ίδιος, εργαζόμενος σκληρά όλη την ημέρα μαζί με τα καλογέρια, που συνεχώς πληθαίναν εξ’ αιτίας της αρετής του. Κατέστησε εξομολόγο των προσκυνητών τον γέροντα Ματθαίο, κι ο ίδιος επιδίδονταν στην διδασκαλία των καλογεριών του.
Το βράδυ δέν έμενε στα κελιά όπως οι άλλοι πατέρες. Είχε βρεί αποκούμπι σε μια σπηλιά στο ακρότατο σημείο της Μονής. Η είσοδός της ήταν μέσα από το παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδος -σήμερα αφιερωμένο στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Είχε ένα μικρό άνοιγμα για παράθυρο κι εκεί μέχρι να υποκύψει στον ύπνο προσευχΟταν για την σωτηρία της ψυχής του και του κόσμου.
Για δέκα χρόνια εργάστηκε έτσι. Μερικές φορές κατέβαινε και στην Βέροια ή σε άλλα χωριά και συμπαραστεκΟταν ή εξομολογούσε πνευματικά του τέκνα. Οταν του δίναν κάποια προσφορά μέχρι να επιστρέψει στο Μοναστήρι την είχε διασκορπίσει. Έτσι κάποιο καλογέρι στη Σκήτη του έκανε παράπονο: «Γέροντα, κι εμείς εδώ στερούμαστε τα αναγκαία! Γιατί όλες τις δωρεές τις μοιράζεις σε ζητιάνους;». Κι ο καταδεκτικός πατέρας, χωρίς αυταρχικότητα, εξήγησε : «Ο μοναχός έχει την ελπίδα του στον Θεό κι όχι στις δωρεές και τα χρήματα των λαϊκών. Εάν δέν έχουμε στενοχωρία δέν θυμούμαστε τον Θεό και δέν επιζητούμε το έλεος του!».
Έτσι διάγων ο πανσέβαστος Διονύσιος, προέκυψε στα 1333 να κοιμηθεί ο Δεσπότης της Βέροιας και σύσσωμος ο λαός ζήτησε από τον Άγιο να κατέβη για να αναλάβει την θέση του επισκόπου. Ο Αγιος φοβούμενος τις απατηλες τιμές και την επίγεια δόξα της αρχιεροσύνης, ζήτησε χρόνο για να προσευχηθεί και να γνωρίσει το θέλημα του Θεού. Το βράδυ μετά από προσευχή, γνώρισε πως δέν τον συνέφερε πνευματικά να γίνει δεσπότης κι αναχώρησε για ακόμη μια φορά, κρυφά, από τη Σκήτη. Βράδυασε στο χωριό Συκιά, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα από το χωριό Βεργίνα, κι από κεί τις επόμενες ημέρες κατέφυγε στον Όλυμπο, όπου σιγά-σιγά ανέγειρε νέο μοναστήρι.
Εκεί τον διέβαλαν οι μουσουλμάνοι στον Τούρκο διοικητή. Τον εξώρισαν από τα μέρη τους κι ο Αγιος Διονύσιος κατέφυγε στο Πήλιο, όπου πάλι συνέστησε κοινόβιο μοναστήρι. Τρία χρόνια όμως από την εξορία του κι ο ουρανός στον Όλυμπο είχε κυριολεκτικά στερέψει. Μεγάλη ανομβρία είχε καταστρέψει τις παραγωγές και βασάνιζε τους κατοίκους. Έτσι ο Τούρκος που τον εξώρισε, αναγκάστηκε να τον καλεςει πίσω, γνωρίζοντας πως εξαιτίας της αδικίας, ο Θεός, τους τυραννούσε. Με την επιστροφή του Αγίου έπεσε πάλι βροχή κι αποκαταστάθηκαν τα πάντα.
Ο Αγιος έζησε εκεί στον Όλυμπο την υπόλοιπη σύντομη ζωή του. Κοιμήθηκε χειμωνιάτικα στις 23 Ιανουαρίου, οπότε και γιορτάζουμε την μνήμη του. Κατέλιπε σπουδαίες παρακαταθήκες, στούς πατέρες των μονών που ίδρυσε και ανακαίνισε, πάντα κατευθύνοντάς τους να σκέπτονται την σωτηρία τους και να τηρούν τις μοναχικές υποδείξεις των Αγίων. Για την ταπεινή Μονή μας η παρουσία του υπήρξε σπουδαιότατη και για το πνευματικό θέριεμα της Σκήτης, αλλά και ως ανακαινιστού και δευτέρου κτίτωρα της Μονής μας.
Ο Αγιος Νικάνωρας της Ζάβορδας.
Στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκε ο Αγιος Νικάνωρας στο 1491 από Χριστού, κι είχε πλούσιους γονείς. Μετά τον θάνατο των γονιών του, ο ευλαβής νέος, μοίρασε την περιουσία του στούς φτωχούς κι έγινε μοναχός σε κάποιο από τα μοναστήρια της πατρίδας του. Αλλά η Θεσσαλονίκη δέν του πρόσφερε την ποθούμενη ησυχία. Κάποια μέρα, στην προσευχή του, άκουσε καθαρά μια φωνή να του υπαγορεύει να ασκητέψει στο όρος Καλλίστρατο, μια κορυφή στα σύνορα των Γρεβενών και της Δεσκάτης. Ξεκίνησε λοιπόν ο Αγιος Νικάνωρας οδοιπορώντας από την Θεσσαλονίκη για να μεταβεί στο όρος Καλλίστρατο. Περνώντας από χωριό σε χωριό κήρυττε τον λόγο του Θεού, όπου και όπως μπορούσε. Κάποτε έφθασε στη Βέροια, απ’όπου υποχρεωτικά θα περνούσε, κι έκαμε έναν αρκετά μεγάλο σταθμό στη Σκήτη της, γιατί είχε εντυπωσιαστεί από την πνευματική ατμόσφαιρα που επικρατούσε.
Εκείνο τον καιρό ήταν ακόμη στα μέρη μας ο Αγιος Διονύσιος. Επειδή αναγνώρισαν ο ένας την αρετή του άλλου, έκαναν το πάν για να συζητούν πνευματικά και να ωφελούνται. Πολλες φορές αγρυπνούσαν μαζί ή τελούσαν θείες λειτουργίες. Ο Αγιος Διονύσιος έλεγε, για τον Άγιο Νικάνωρα, στούς μαθητές του: «Βλέπετε αδελφοί! μεγάλο θησαυρό κρύβει κάτω του εκείνο το ευτελες τριβώνιο!», γιατί βέβαια σαν ασκητές δέν ήταν ντυμένοι με πολυτελή ρούχα, αλλά με ευτελή τριβώνια.
Η θεία προσταγή όμως πρός τον Άγιο ήταν να πάει στο Καλλίστρατο. Πήρε λοιπόν τον Αλιάκμονα παρόχθια και βγήκε ίσα στο βουνό που αναζητούσε. Επειδή με αυτό τον τρόπο, δηλαδή παρόχθια του Αλιάκμονα η επικοινωνία με τα πόδια ήταν κάπως σύντομη, συχνά-πυκνά πήγαιναν κι έρχονταν οι δύο Άγιοι˙ άν και τελειωμένοι στην αρετή, ήθελαν όλο και περισσότερο να γεύονται την χάρη του Θεού, ανταλάσσοντας εμπειρίες. Μια φορά μάλιστα πήγαν δύο λαϊκοί στον Άγιο Νικάνωρα να υποταχθούν, καταγόμενοι από τα μέρη μας. Κι ο Αγιος με ειλικρινή ταπείνωση αντέτεινε «μα καλά ήλθατε σε μένα τον ευτελή και αφήσατε τον μεγάλο στην αρετή Διονύσιο;».
Στο Καλλίστρατο ο Αγιος έκτισε κοινόβιο μοναστήρι το 1534, αφιερωμένο στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος, κι εκεί σύναξε πολλες ψυχές που ήθελαν να σωθούν κοντά του! Το μοναστήρι αυτό είναι πιό γνωστό σαν Μονή της Ζάβορδας κοντά στα Γρεβενά.
Στην διαθήκη που άφησε ο Αγιος, έδωσε εντολες στα καλογέρια του, για την ενθρόνιση των ηγουμένων της Μονής του, να την τελούν ηγούμενοι ή από τα Μετέωρα ή από τη Μονή του Προδρόμου στην Σκήτη της Βέροιας.
Τρείς μέρες πρίν κοιμηθεί τον αιώνιο ύπνο, προγνώρισε την αποδημία του και παρήγγειλε στα καλογέρια του: «υπάγετε στην Μονή του Προδρόμου, που ανακαίνισε ο αδελφός και συνασκητής μου Διονύσιος. Εκεί με πολλά δάκρυα και δεήσεις ζητήστε από τους πατέρες να σάς δώσουν κάποιον ικανό να γίνει ηγούμενός σας». Και μάλιστα ήταν εποχή που είχε αναχωρήσει ο Αγιος Διονύσιος, αλλά ο Αγιος Νικάνωρας γνώριζε τις πνευματικές ικανότητες και των υπολοίπων πατέρων που παρέμειναν στη Σκήτη.
Έκλεισε τα γήινα μάτια του στις 7 Αυγούστου του 1549, την επομένη δηλαδή μέρα, της πανηγύρεως της Μονής της Ζάβορδας, κι έκτοτε καθιερώθηκε αυτή η μέρα να πανηγυρίζεται η μνήμη του.
Ο Αγιος Θεοφάνης της Ναούσης.
Στην μεγάλη σωρεία των οσίων και των ασκητών της Σκήτης ήλθε να καταταγεί και ο Αγιος Θεοφάνης. Γεννήθηκε στα Γιάννενα μετά το 1590. Από νέος έφυγε για το Αγιον Όρος και κατατάχθηκε στην συνοδεία της Μονής του Δοχειαρίου, από τα πρώτα μοναστήρια που αντικρύζει κανείς με το πλοίο κι είναι παραθαλάσσια.
Διατηρώντας όσο περισσότερο μπορούσε καθαρό τον νού του από τις διαστροφές του δαί-μονα, γλύκανε την ψυχή του με την Χάρη του Θεού, μεριμνώντας περισ-σότερο πως να σώσει την ψυχή του, παρά το τί θα φάει και θα πιεί. Κι η αρετή αυτή που σχεδόν πάντα, όσο αποζητάς να κρυφτείς τόσο σε φανερώ-νει, τον φανέρωσε στούς αδελφούς που τον κατέ-στησαν ηγούμενό τους μετά την κοίμηση του προηγουμένου γέροντά τους. Ο Αγιος τούτος, και σαν ηγούμενος, έλαμπε λες, από την εφαρμογή της αρετής και του θείου θελήματος. Πιστός στη δικαιοσύνη και την στοργική πατρική αγάπη πρός όλα τα τέκνα που του έδωσε ο Θεός για να τα βάλει στον Παράδεισο!
Σε κάποια από εκείνα τα ευλογημένα χρόνια, η αδελφή του Αγίου, έστειλε γράμμα εκδιηγούμενη τη συμφορά που την βρήκε. Οι Τούρκοι είχαν αρπάξει τον γιό της και τον είχαν πάει στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό βέβαια να τον κάνουν γενίτσαρο. Τότε ο Αγιος, ανησυχώντας για τον ανηψιό του, μπήκε στον κόπο και πήγε στην Πόλη. Πράγματι εκεί τον βρήκε, ευτυχώς προτού τον αλλαξοπιστήσουν. Έκαμε μεγάλες προσπάθειες και τελικά κατόρθωσε να τον ελευθερώσει και να τον πάρει μαζί του.
Έτσι γύρισαν στο Αγιον Όρος και αφού κράτησε τον ανηψιό του σε δοκιμασία, τον κούρεψε μοναχό. Η αδελφότητα της Μονής έδειχνε να ενοχλείται για τον ανηψιό του Αγίου, φοβούμενοι πως οι Τούρκοι θα έκαναν εκδίκηση. Έτσι ξεκίνησε διχόνοια στη συνοδεία, μισοί το αφήναν στο θέλημα του Θεού κι άλλοι μισοί φοβόντουσαν τους Τούρκους! Ο Αγιος αποφάσισε να βάλει τέλος στο πρόβλημα... Πήρε τον ανηψιό του κι έφυγαν για τη Θεσσαλονίκη κι από κεί στη Βέροια, πιθανότατα με σκοπό να πάνε στα Γάννενα, απ’όπου κατάγονταν.
Στη Βέροια συγκινήθηκαν με όσα άκουσαν για τη Σκήτη κι αποφάσισαν να την επισκεφτούν. Διέμειναν στην Μονή του Προδρόμου, και καθώς ευαρεστήθηκαν κι αποφάσισαν να μείνουν εδώ. Έγιναν γρήγορα αγαπητοί, έτσι που τους δέχθηκαν οι πατέρες και σύντομα τους δώσαν ευλογία να κτίσουν ένα κάθισμα -δηλαδή μονύδριο- κοντά τους για να τους απολαμβάνουν και να ωφελούνται πνευματικά. Δέκα λεπτά πιό χαμηλά, από τη Μονή πρός το ποτάμι, έκτισε ο Αγιος Θεοφάνης το κάθισμα στο όνομα της Παναγίας. Μαζί του βρισκΟταν κι ο ανεψιός του, αλλά σύντομα μαζεύτηκαν κι άλλοι υποτακτικοί. Επειδή είχαν αυξηθεί αρκετά, έπρεπε να βρούν κάποιο μεγαλύτερο χώρο να στεγαστούν. Η Σκήτη όμως της Βέροιας ήταν γεμάτη -50 αδελφότητες κοσμούσαν την κοιλάδα και όλα τα σημεία ήταν κατειλημμένα.
Ο Αγιος διαπίστωσε πως υπάρχει κατάλληλο μέρος κοντά στη Νάουσα και πηγαίνοντας εκεί ανέγειρε την Μονή των Ταξιαρχών. Πηγαινοέρχονταν μια στη Σκήτη μια στη Νάουσα. Κατά το κτίσιμο, ο πρωτομάστορας δέν ενέκρινε τον τόπο οικοδομής της Μονής. Αλλά ο Αγιος ζήτησε σημάδι από τους Αρχαγγέλους και το έλαβε. Τοποθέτησαν τα σχέδια σ’ένα σημείο κι είπαν πως όπου τα μεταθέσουν, οι Αρχάγγελοι, εκεί να κτισθεί και το μοναστήρι. Κι όντως τα σχέδια βρέθηκαν στο σημείο που πρότεινε ο Αγιος Θεοφάνης. Μιαν άλλη φορά μια αρκούδα κατασπάραξε το γαϊδουράκι που κουβαλούσε τα υλικά για το κτίσιμο. Κι ο Αγιος, τόσο σπουδαίος ήταν, έζεψε την αρκούδα στη θέση του υποζυγίου. Ενόσο ο Αγιος έκτιζε το μοναστήρι, είχε χειροθετήσει ηγούμενο στην Μονή του Προδρόμου τον ανεψιό του.
Έτσι πέρασε τα επόμενα χρόνια της ζωής του πάντα πηγαινοερχόμενος στη Σκήτη και στην Μονή των Αρχαγγέλων της Νάουσας. Οταν γέρασε αρκετά, απομονώθηκε στο κάθισμα της Παναγίας στη Σκήτη. Εκεί εξέπνευσε από τον μάταιο τούτο και απατηλό κόσμο και ανήλθε πανηγυρικά στα Ουράνια στις 19 Αυγούστου. Εδώ ετάφη κατά τα έθη της μοναχικής τάξεως. Μετά την εκταφή του κι έχοντας, οι Πατέρες, βεβαιότητα για την οσιότητά του βίου του, εκόσμησαν την κάρα του με αργυρή περίτεχνη θήκη και την τοποθέτησαν μαζί με τα άλλα ιερά λείψανα της Μονής του Προδρόμου. Τα υπόλοιπα οστά ξανατάφηκαν και επάνω τους κατασκευάστηκε ένα προσκυνηματικό μνημείο.
Οταν μετά από αιώνες οι Τούρκοι κατέστρεψαν τη Σκήτη, γκρεμίστηκε το κάθισμα της Παναγίας, αλλά και το μνήμα του Αγίου παραχώθηκε μέσ’ τα συντρίμμια. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, η κάρα του Αγίου μεταφέρθηκε στη Νάουσα για προσκυνηματικούς λόγους, αλλά κατόπιν πιέσεων παραμένει εκεί. Το μνήμα του ανοίχθηκε το 1926 και τα οστά του (περίπου 60 τμήματα) τοποθετήθηκαν στο Άγιο Βήμα της Μονής. Σήμερα σώζονται μόνον λίγα τεμάχια.
Ο Αγιος Θεοφάνης τιμήθηκε από τον Θεό και στην επίγεια ζωή του και σήμερα που παρίσταται ως άλλος ένας πρέσβυς -απεσταλμένος της Σκήτης- μπρός στον επουράνιο Θρόνο.
Τα δύσκολα χρόνια.
Μετά από τόσους ένδοξους αγώνες και ημέρες πνευματικής αγαλλιάσεως, ήταν αδύνατο να μην φθονήσει ο πειρασμός. Δέν αγαπά ο δαίμονας το καλό, την ηρεμία και την αγιότητα. Έκαμε το πάν να την διαλύσει. Έτσι η Μονή στα 1680 καταστράφηκε στο μεγαλύτερο μέρος της. Δέν γνωρίζουμε το λόγο, αλλά εκείνη την εποχή συνέβησαν πολλες πυρκαγιές και σε ναούς της Βέροιας. Μπορεί να ήταν τυχαίο ή με υποκίνηση των Τούρκων. Μπορεί να ήταν και οργή ή αντίποινα, αλλά δέν φαίνεται μέχρι σήμερα να έχει διαπιστωθεί ακριβώς τί συνέβη.
Εβδομήντα τρία χρόνια μετά, στα 1753 το μοναστήρι ξαναχτίστηκε, πάλι λαμπρό και σπουδαίο όπως πρώτα. Κι ήταν μοναστήρι με προσφορά, και στον σκλαβωμένο από την αμαρτία άνθρωπο και στον δουλωμένο ρωμιό από τον οθωμανό εχθρό. Κάποιος ηγούμενος με το όνομα Παΐσιος άφησε μιαν ενθύμιση στο χωριό Κολινδρός της Πιερίας μαρτυρώντας πως δημιούργησε κρυφό σχολείο εκεί σε πείσμα όσων ισχυρίζονται πως η Εκκλησία δέν προσέφερε! «1753 - Ήρθα εγώ ο προηγούμενος Παΐσιος ο εκ Προδρόμου Βεροίας και άνοιξα σχολείον στην Αγία Παρασκευή Κολινδρού», έγραψε κακογράμματα βέβαια, αλλά με ειλικρινή φλόγα στην καρδιά.
Ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.
Γιά τον Άγιο Κοσμά πολλά γράφονται και λέγονται. Πασίγνωστος σε όλη την επικράτεια με την λαϊκή προσωνυμία «Πατροκοσμάς», δέν άφησε τμήμα της Βορειοδυτικής Ελλάδας, που να μην ψηλαφήσει με τη φωνή του, κηρύττοντας μετάνοια στην αμαρτία και εκπαίδευση στα νιάτα. Έτσι ήλπιζε πως θα αφυπνιστεί ο κόσμος. Άν τα παιδιά τους δέν μάθαιναν ποτέ για το ένδοξο παρελθόν, ποτέ δέν θα όδευαν για την ελευθερία.
Γεννήθηκε το 1714, και καθώς αποδεικνύει η ονομασία του, ο Αιτωλός, στα μέρη της Αιτωλίας. Κουρεύτηκε καλόγερος στο Αγιον Όρος στη Μονή του Φιλοθέου -εκεί όπου παλαιότερα είχε ηγουμενεύσει ο Αγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπῳ. Έμεινε 19 χρόνια, πρώτα ως ταπεινός καλόγερος κι αργότερα ως παπάς. Η φωνή της ψυχής του τον παρακινούσε συνεχώς στην αγωνία για τους υπόδουλους έλληνες. Οταν αποφάσισε να φύγει από το μοναστήρι της μετανοίας του, απέδειξε πως δέ το ‘κανε για την καλοπέρασή του.
Με μια παλιά λευκή παπαδική στολή, και το μανδήλι ανάμεσα στο κεφάλι και το καλογερικό καλπάκι για να μην φθείρεται από τον ιδρώτα του μετώπου του, τριγύριζε παντού για να δώσει ψυχή στούς γονατισμένους. Κήρυττε, ευαγγελιζΟταν, προέτρεπε με λόγια απλά και κατανοητά απ’όλους. Πολλάκις προφήτευε... Προφήτευσε την απελευθέρωση της χώρας κι άλλα σπουδαία.
Η Παράδοση τον θέλει να έχει ζήσει εδώ στη Μονή, τρία χρόνια. Όχι μόνιμα, ούτε για να ασκηθεί. Ήταν απλά μια ανάπαυλα στην ταλαιπωρία των περιοδειών του. Όλα τα γύρω χωριά, έχουν να θυμούνται το πέρασμά του. Σού δείχνουν τις παλιές Εκκλησιές και λένε «εδώ λειτούργησε ο Πατροκοσμάς» ή «εδώ έστησε το Σταυρό και μίλησε στούς χωριανούς μας που μαζεύτηκαν»! Τί άνθρωπος να ήταν άραγε αυτός που μετά από 300 χρόνια ακόμη τον θυμούνται! Οι γέροι λέν πως τ’ άκουσαν από τους παπούδες τους... Ποιός γνωρίζει πόσες γεννιές διατήρησαν ζωντανή την παρουσία του! Στο παρεκκλήσι που βρίσκεται στη Μονή μας, κι είναι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση, επειδή δέν καταστράφηκε, λέγουν πως λειτούργησε ο ίδιος ο Άγιο-Κοσμάς. Λένε πως το διάλεξε επειδή ήταν ταπεινό εκκλησάκι και του ταίριαζε.
Τελικά στα μέρη της Αλβανίας τον συνέλαβαν οι Τουρκαλβανοί και τον κρεμάσαν στις 24 Αυγούστου 1779. Έτσι του δώσαν το εισιτήριο του Παραδείσου, καθώς και το στεφάνι του μαρτυρίου.
Τα επόμενα χρόνια.
Αμέσως μετά αρχιεράτευσε στη Βέροια ένας Μητροπολίτης με το όνομα Δανιήλ για 26 χρόνια (1766-1792), ο οποίος εμπνευσμένος από την ιδέα της απελευθέρωσης έκαμε τα πάντα για να παρακινήσει το λαό σε επανάσταση. Πολλες διαβουλεύσεις πραγματοποιούσε μέσα στο Μοναστήρι του Προδρόμου, γεγονός που κίνησε τις υποψίες των Τούρκων.
Χωρίς να χάσουν χρόνο, οι Τούρκοι, τοποθέτησαν ένα πολυάριθμο απόσπασμα μέσα στη Μονή. Έτεινε να γίνει μόνιμη η εγκατάστασή τους και πολλοί από τους στρατιώτες δημιούργησαν βυρσοδεψείο, εκμεταλλευόμενοι τα δέρματα από τα ζωντανά που ανήκαν στη Μονή. Βέβαια τη διατροφή του αποσπάσματος αναγκαστικά την επιτελούσαν οι μοναχοί, έχοντας μετατρέψει τον Οίκο του Θεού σε εστιατόριο και ανεχόμενοι κάθε λογής μιαρές επιθυμίες των κατακτητών.
Ο ηγούμενος εκείνης της περιόδου, ο ιερομόναχος Κάλλιστρος βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Δέν έφθαναν τα χρήματα να συντηρήσουν τη Μονή. Οι ίδιοι οι μοναχοί ζούσαν σαν ξένοι μέσα στο Μοναστήρι τους κι είχαν καταντήσει υπηρέτες των μουσουλμάνων. Έκανε πολλά διαβήματα στον Τούρκο διοικητή της Βέροιας, αλλά εκείνος τον ενέπαιζε... Του ζήτησε πέντε σακιά άσπρα (ασημένια νομίσματα) σαν λύτρα για να τους αφήσει ήσυχους, ποσό πραγματικά υπέρογκο! Με τους λιγοστούς εράνους στα χωριά δέν ήταν δυνατό να συναχθούν τόσα χρήματα! Η λύση ήταν να καταφύγουν στην Τσαρική Ρωσία, στην οποία βασίλευε η Τσαρίνα Αικατερίνη η Β΄. Οι Ρώσοι βασιλείς έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον για τις Ορθόδοξες χώρες, με σκοπό να γίνουν οι μεγάλοι προστάτες τους, για πολιτικούς λόγους βέβαια! Τα χρήματα όμως δέν θα έβγαιναν από τα κρατικά ταμεία αλλά από τις τσέπες του πιστού ρωσικού λαού που ιδιαίτερα φημίζονταν και ακόμη έτσι είναι για την ειλικρινή και φλογερή πίστη του.
Έτσι το 1787 ξεκίνησε μια αντιπροσωπεία από τη Μονή μας με αρχηγό τον πνευματικό Χρύσανθο Προδρομινό, και μετά από πολύμηνο ταξίδι έφθασε στην Αγία Πετρούπολη. Μαζί τους φέραν λιγοστά κειμηλικά δώρα πρός την Τσαρίνα Αικατερίνη, τα οποία σίγουρα θα σώζονται σήμερα στα ρωσικά μουσεία, και ιερά λείψανα για να τα εκθέσουν σε προσκύνηση. Η Αικατερίνη και οι αυλικοί της άκουσαν με ενδιαφέρον -πολιτικό πάντα- τα εκδιηγούμενα από τον παπα-Χρύσανθο και έδωσαν την άδεια να διεξάγουν έρανο στις περιοχές κοντά στην πρωτεύουσα. Μάλιστα ενέκριναν και κονδύλιο βοήθειας, το οποίο για 30 χρόνια μετά, αποστελλΟταν στην Μονή.
Ο Ρωσικός λαός δέχθηκε την ευλογία από την πολύπαθη Μονή με μεγάλη αγάπη, αλλά αυτό δέν έφθανε για να συναχθεί τόσο μεγάλο ποσό. Έτσι ο έρανος κράτησε σχεδόν 5 χρόνια, ὧστε να επιστρέψει ο παπα-Χρύσανθος ο πνευματικός στη Μονή το 1792. Τότε έδωσαν τα λύτρα στον Τούρκο κι εκείνος, σίγουρα δυσαρεστημένος που δέ ζήτησε παραπάνω, έδωσε εντολή να εγκαταλείψουν οι στρατιώτες τη Μονή.
Η Μεγάλη Καταστροφή.
Μόνο 30 χρόνια κράτησε εκείνη η ειρηνική περίοδος. Ο σπόρος της ελευθερίας είχε αρχίσει να δίνει ρίζα. Η Φιλική Εταιρία οργανώνονταν όλο και καλύτερα. Οι παπάδες κι οι καλογέροι καθώς κι ο πιστός λαός φαντάζονταν ένα κράτος με έμβλημά του το Σταυρό του Χριστού, ένα κράτος που οι καμπάνες να χτυπούν περήφανα, να μην ατενίζουν ημισέληνους και κόκκινες οθωμανικές σημαίες! Ένα κράτος με νόμους, τους νόμους του Θεού. Γι αυτό κι ήθελαν την απελευθέρωση. Πάνω από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς τους είχε γίνει συνήθεια ο κατακτητής. Πολλοί μάλιστα δέν περνούσαν κι άσχημα˙ ήταν βολεμένοι μ’αυτό το σύστημα. Για ποιό άλλο λόγο να ελευθερωθούν εκτός από τη θεοσέβεια, που ήταν το μόνο που απαγορευΟταν από τους Τούρκους!
Το Μάρτιο του 1821 ξεκίνησε επιτυχώς η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Σε λίγους μήνες, αρχές του 1822 έγινε απόπειρα επανάστασης στη Χαλκιδική. Ο πρωτοσύγγελος της Βέροιας, καθώς έλειπε ο Δεσπότης στην Πόλη, οργάνωσε όσους είχαν διάθεση να πολεμήσουν. Στη Βέροια ήταν αρκετός στρατός κι έτσι σκέφτηκαν πως καλύτερα ήταν να ξεκινήσουν στην Νάουσα που είναι είκοσι χιλιόμετρα μακρύτερα.
Για την προσπάθεια αυτή, ο πρωτοσύγγελος ζήτησε τη συγκατάθεση της Σκήτης της Βεροίας. Έγινε τότε σύναξη στη Λιτή, το μέρος όπου συνάζονταν οι πατέρες των 50 μονών. Δέν έφερε κανείς αντίρρηση. Όλοι συμφώνησαν πως καλόγεροι ήταν και δέν νοιάζονταν άν θα ζήσουν ή θα πεθάνουν. Τους ενδιέφερε όμως να προσφέρουν στούς σκλαβωμένους χριστιανούς την ελευθερία για να μην παιδωμαζώνονται τα χριστιανόπουλα, για να μαθαίνουν ελεύθερα την Αγία Γραφή και το Ψαλτήρι κι όλα τα θεϊκά γράμματα, για να λιτανεύουν με το κεφάλι ψηλά τις θαυματουργές εικόνες και τα άγια λείψανα, ώστε να ευλογείται κάθε γωνιά της χώρας. Μίλησαν κι οι γεροντότεροι λέγοντας πως δέν είναι δυνατόν να προγνωρίζουμε το μέλλον μας, ούτε τί πρόκειται να συμβεί μετά από αυτό. «Άν ζήσουμε, ο Θεός θα ευλογεί τον κόπο μας, άν θανατωθούμε, άς είναι με το αίμα μας να θρέψουμε περισσότερο το δένδρο της θεόδοτης ελευθερίας»!
Άν δέν υπήρχαν εκείνοι οι ευλογημένοι παπάδες δέν θα είχαν γίνει ποτέ επαναστάσεις ενάντια στούς εχθρούς, γιατί κανείς δέ θα γνώριζε την εθνική του ταυτότητα. Το λάθος των κατακτητών ήταν να μην αλλοιώσουν την εθνική συνείδησή μας. Άν διαστρέψεις την εθνική συνείδηση δέν υπάρχει φόβος! Περνάς στο μυαλό του κόσμου ό,τι σού έρθει. Έτσι μήπως, δέν μάς κάνουν ευρωπαίους και ντρεπόμαστε να είμαστε Έλληνες; Αφού οι ευρωπαίοι κάνουν αυτό ή το άλλο, κι εμείς τότε «πρέπει» να το κάνουμε, κι εμείς ευρωπαίοι να είμαστε αφήνοντας πίσω μας τις χιλιετίες της ιστορίας μας και της παραδόσεως μας. Οταν εμείς είχαμε πολιτισμό, εκείνοι ήταν βάρβαροι. Τώρα πρέπει να εγκαταλείψουμε τον πολιτισμό μας και να ακολουθήσουμε όσα μάς επιβάλλουν!
Η επανάσταση στη Νάουσα πυροδοτήθηκε την Μεγάλη Σαρακοστή του 1822. Ο πρωτοσύγγελος ευλόγησε τα όπλα κι ο πόλεμος ξεκίνησε! Την πρώτη μέρα που ακούστηκε ότι επαναστάτησε η Νάουσα, στη Βέροια οι Τούρκοι άν και δέν είχαν διαπιστώσει επαναστατικές κινήσεις, μαζέψαν 150 προύχοντες και τους αποκεφάλισαν για εκφοβισμό. Μετά από αυτά κλήθηκε από τη Θεσσαλονίκη ο πιό αιμοχαρής από τους οθωμανούς στρατιωτικούς, ο περιβόητος Λουμπούτ πασάς. Τούτος ήταν πρώτα ορθόδοξος χριστιανός -βούλγαρος στην καταγωγή, λένε μερικοί- και μετά τούρκεψε με τη θέλησή του. Ύστερα απ’ αυτό, ούτε η μάνα του δέν ήθελε να τον δει, κι αυτό του δημιούργησε τόσο μίσος που αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος διώκτης των χριστιανών.
Τη Νάουσα την κατέστρεψε ολοσχερώς. Δέν άφησε πέτρα πάνω στην πέτρα. Τότε κι οι ευλογημένες Ναουσαίες για να μην υποχρεωθούν στον βιασμό και την ανηθικότητα, συνάχθηκαν στον ποταμό Αραπίτσα και γκρεμίσθηκαν από μόνες τους, όπως πολλοί μάρτυρες κάναν για να αποφύγουν την αμαρτία!
Τη Βέροια δέν την πείραξε ο φρικτός εκείνος πασάς. Έλαβε όμως δώρα πάμπολλα και διαλεχτά αγόρια για το χαρέμι του. Τί πόνος και οδυρμός να μεγαλώνεις ένα παλικάρι και μετά εκούσια-ακούσια να το παραδίδεις για να το χαίρεται ένας χωρίς ίχνος ανθρωπιάς πασάς! Στη συνέχεια οι Τούρκοι κατευθύνθηκαν στη Σκήτη, γιατί υπήρξαν και καταδότες που κατήγγειλαν την σύμπραξη της με τους επαναστάτες. Πρώτα κατέστρεψαν την πλευρά του Βερμίου. Τα μοναστήρια του Βερμίου είχαν κρεμάσει κόκκινες φλοκάτες στα μπαλκόνια για να ειδοποιήσουν έτσι τα μοναστήρια αντίκρυ στα Πιέρια.
Όσοι μοναχοί ήταν δυνατόν να περπατήσουν έφυγαν. Όσοι είχαν δύναμη να καβαλλικεύσουν στα μουλάρια κι αυτοί αναχώρησαν. Υπήρξαν και καλόγεροι που θέλησαν να μείνουν και να πεθάνουν μέσα στις εκκλησιές των μοναστηριών.
Μεγάλη Πέμπτη του 1822 μπήκαν στην Μονή του Προδρόμου. Σύραν μεγάλα κανόνια και με βολες από την πλατεία μπροστά στη Μονή κατέστρεψαν όλα τα κτίσματα. Δέ μπόρεσαν να γκρεμίσουν όμως και το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης που βρίσκεται στο τελευταίο σημείο της Μονής. Κάποιος Τούρκος εκνευρίστηκε και πήγε να το κάψει με μια δάδα, αλλά κακή του τύχη, μόλις πλησίαζε, πέσαν μπροστά του δύο κορμοί σε σχήμα χιαστό. Αυτό τον κατατρόμαξε, και ευτυχώς αντιλήφθηκε πως ήταν σημάδι από το Θεό˙ έτσι γύρισε πίσω χωρίς να το καταστρέψει!
Οι περισσότεροι μοναχοί είχαν καταφύγει στον Κολινδρό της Κατερίνης, κεφαλοχώρι πλούσιο από την νότια πλευρά των Πιερίων. Ξαναμαζεύτηκαν μετά από λίγα χρόνια και γύρισαν πίσω. Ζήτησαν άδεια να ξανακτίσουν το μοναστήρι τους. Με πολύ δυσκολία τους το επέτρεψαν, αλλά τους φορτώθηκε κι ένας Τούρκος στρατιωτικός επίτροπος, τον οποίο πληρώναν, τρέφαν και κοιμίζαν στο Μοναστήρι -είχε δωμάτιο δίπλα στού ηγουμένου- για να είναι σίγουροι οι Τούρ-κοι πως δέν θα γίνει
ξανά τέτοια προσπάθεια! Έτσι το 1835 ολοκληρώθηκε η ανακατασκευή της Μονής σχεδόν όπως είναι σήμερα και ξαναλειτούργησαν οι εκκλησίες της, ξανακούστηκαν καλόγεροι να ψέλνουν και μύρισε ο τόπος θυμιάμα.
Στα 1867 Οταν ηγουμένευε ο ιερομόναχος Αγαθάγγελος, κτίσθηκε το εξωτερικό τείχος της Μονής. Δωρητές υπήρξαν κάποιοι «κλέφτες» των βουνών, που τους κυνήγησαν οι Τούρκοι. Τους είχαν στριμώξει σε κάποιο στένωμα κι ήταν θέμα χρόνου να τους σκοτώσουν όλους. Τότε, εκείνες οι αδούλωτες ελληνικές ψυχές, προσπέσαν στην προστασία του Προδρόμου. Έταξαν να τειχήσουν το Μοναστήρι του. Κι όντως ως εκ θαύματος, οι Τούρκοι δέν κατάφεραν να τους ξεκάνουν, υποχώρησαν και παρά το πλήθος τους, κατατροπώθηκαν. Έτσι οι κλέφτες ελευθερώθηκαν, ήρθαν στη Μονή κι αφού προσκύνησαν, εκπλήρωσαν το τάξιμό τους.
Σιγά-σιγά η Μονή έλαβε κάποια αίγλη, ορθοποδίζοντας οικονομικά. Κα-τασκευάστηκαν λίγα εκκλησια-στικά σκεύη και εικόνες, κι η μο-νή απέκτησε αρ-κετά ζώα για κτηνοτροφία και εκμετάλλευση.
Ιερατική Σχολή.
Οι μοναχοί μπορεί να είχαν ανάμεσω τους τον Τούρκο επίτροπο, αλλά δέν ησυχάζαν. Βρήκαν την πρόφαση να δημιουργήσουν μια ιερατική Σχολή για την εκπαίδευση των νέων που είχαν πόθο να ιερωθούν. Βέβαια, γινΟταν περισσότερο παραγωγή διδασκάλων παρά κληρικών. Η σχολή δημιουργήθηκε το 1909. Την πρόλαβε η απελευθέρωση της Μακεδονίας τον Οκτώβριο του 1912. Τότε ο Ελληνισμός στάθηκε στα πόδια του. Η σχολή κράτησε ακόμη δυόμισι χρόνια μέχρι το 1915 που δέν είχε λόγο ύπαρξης πλέον και τελικώς καταργήθηκε.
Ο εικοστός αιώνας.
Η Μονή εξαιτίας της σπουδαιότητάς της είχε τιμηθεί, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνστα-ντινούπολης, με προνόμια και αποκαλούνταν Ιερά, Σεβασμία και Σταυροπηγιακή. Από την απελευθέρωση του 1912 και μετά, κι επειδή ήταν δύσκολη η επικοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δόθηκε άτυπα, να διοικείται από τη Μητρόπολη Βεροίας.
Η κοινωνική της προσφορά ακόμη και στον εικοστό αιώνα -τον αιώνα της σκητιώτικης παρακμής- είναι ανυπολόγιστης αξίας. Μόνον στούς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, από συμπόνια στον κατατρεγμένο ελληνισμό, οι πατέρες των πρώτων δεκαετιών του αιώνα παραχώρησαν εντελώς δωρεάν μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Μερικά χιλιόμετρα από τη Μονή υπάρχει σήμερα ακόμη ο οικισμός, στο σημείο όπου παλαιότερα υπήρχε μετόχι της.

Μέχρι τελευταία αποκαλούνταν το χωριό «Μετόχι της Μονής Προδρόμου», αλλά σήμερα το συντμήσαν σε χωριό «Μετόχι», και μαζί «συντμήσαν» και την ιστορία του. Εκεί παλαιότερα είχε η Μονή κτήματα στα οποία δούλευαν εργάτες, διακονητές της Μονής, και υπήρχε σημαντικό όφελος για τα οικονομικά της. Αλλά μπροστά στον πόνο του ξενιτεμού και των νοικοκυραίων που εκδιώχθηκαν από τα σπιτικά τους, πως μπορούσε το μοναστήρι να είναι αδιάφορο; Άς είναι αιώνια η μνήμη εκείνων των πατέρων που έδειξαν έμπρακτη αγάπη για το συνάνθρωπο!
Λόγῳ εκείνων των δύσκολων οικονομικά χρόνων και της ακροτάτης εκκοσμίκευσης των ανθρώπων, το μοναχικό πνεύμα στη Σκήτη άρχισε να πέφτει. Πολλοί λίγοι αποφάσιζαν να καλογερέψουν˙ οι υπόλοιποι το θεωρούσαν «κατάντημα» όσων δέν ξέρουν τί να κάμουν στη ζωή τους ή είχαν μελαγχολίες κι απογοητεύσεις. Τα αρχαία μεγαλεία δέν τους ήταν γνωστά ή υποτιμούσαν την ιστορική τους αλήθεια!
Τώρα, άν και λιγότεροι οι πατέρες της Μονής, δέν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητοι. Ξεχώριζε ο π.Ιωαννίκιος Ιερομόναχος, άνθρωπος λόγιος, ο πρώτος που επεχείρησε να συγγράψει την ιστορία της Μονής. Κοιμήθηκε πρίν την Γερμανική κατοχή. Αδελφός της Μονής διετέλεσε κι ο Βησαρίων Ιερομόναχος, σπουδαίος στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, μέλος της αντίστασης. Εκτελεςτηκε στην Αλεξάνδρεια της Ημαθίας εκείνη την περίοδο.
Τελευταίος μοναχός υπήρξε ένας Αγιορείτης που ήλθε στη Μονή το 1927 και Οταν όλοι είχαν πεθάνει, αυτός τη συντήρησε μέχρι το 1974, οπότε κοιμήθηκε κι αυτός πλήρης ημερών. Πρόκειται για τον μοναχό Αρσένιο, ο οποίος διακρινΟταν για την εργατικότητά του και την ευστροφία του. Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, φιλοξενούσε αντιστασιακά αποσπάσματα. Μια από αυτές τις φορές, έψηνε κάποιο σφαχτό στη σούβλα για να φιλέψει τους πολεμιστές. Ενώ γίνονταν αυτά, ο σκοπός που είχαν τοποθετήσει σε απόσταση από το Μοναστήρι, ειδοποίησε πως έρχονταν γερμανικό απόσπασμα για έλεγχο. Οι αντιστασιακοί χάθηκαν μέσα στο δάσος αφήνοντας μόνο του τον Γερο-Αρσένιο με το κατσίκι να γυρίζει στη σούβλα. Μπορούσε να κρυφτεί κι αυτός αλλά τότε θα προκαλούσε μεγαλύτερη ανησυχία στούς γερμανούς και θα καίγαν στα σίγουρα το μοναστήρι, όπως είχε γίνει με τη Μονή του Αγίου Αθανασίου της Σφήνιτσας. Σαν έφθασε το απόσπασμα, τον βρήκε να γυρίζει τη σούβλα με πολύ προσοχή. Κάθε τόσο σταματούσε και με ύφος μεγάλου μάγειρα, έπαιρνε φρέσκια κοπριά και την άλειφε πάνω στο κρέας. Έριχνε και λίγο χώμα πάνω, σα να ήθελε να το νοστιμίσει. Μετά δοκίμαζε να δει εάν έγινε καλό και συνέχιζε να γυρίζει τη σούβλα! Οι γερμανοί στρατιώτες αποσβολώθηκαν μπροστά στο θέαμα... Μετά από ένα μικρό σιωπηλό κενό, διέταξαν έρευνα σε όλο το χώρο, ενώ μερικοί παρατηρούσαν τον γερο-μοναχό να κάνει τις τρέλλες του. Τους προκάλεσε το γέλιο, του ευχήθηκαν καλή όρεξη κι έφυγαν πεπεισμένοι πως επρόκειτο για παράφρονα. Άφησαν πίσω τους τον Γερο-Αρσένιο να κρυφογελά ικανοποιημένος που ο Τίμιος Πρόδρομος τους θόλωσε και δέν αντιλήφθηκαν την πραγματικότητα!
Μετά την απελευθέρωση τον καιρό του εμφυλίου, στις 18 Ιανουαρίου 1947 μπήκαν μέσα οι αντάρτες και λεηλάτησαν ολοσχερώς τα υπάρχοντα του μοναστηριού. Ο τότε ηγουμενεύων παπα-Γιώργης Ζέρης, ανέβηκε μέχρι τα κρυσφύγετά τους με εντυπωσιακό θάρρος και τους ζήτησε επιτακτικά να επιστρέψουν την περιουσία της Μονής. Παρά το θάρρος του, τον πήραν με τις σφαίρες και τον αναγκάσαν να γυρίσει άπρακτος. Η τύχη των ανταρτών βέβαια ήταν να σκοτωθούν αργότερα, όλοι.
Στα πολύ πρόσφατα χρόνια ακόμη χειρότεροι εισβολείς κυνήγησαν το φτωχό παλιό μονάστηρι. Η Δ.Ε.Η. στη δεκαετία του 1980 κατασκεύασε δύο υδροηλεκτρικά φράγματα στον Αλιάκμονα ποταμό. Για το λόγο αυτό ανοίχθηκε παρόχθιος δρόμος ο οποίος αφάνισε μια σπηλιά με τοιχογραφίες, ένα παρεκκλήσιο του 12ου αιώνος, το «χλιό νερό» -πηγή που ανέβλυζε ζεστό νερό- και το αγίασμα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, πηγή που είχε αναδείξει διά προσευχής του ο Αγιος. Οταν με τα φράγματα συγκρατήθηκαν τα νερά του Αλιάκμονα, έφθασαν σε ύψος έως και 70 μέτρων και καταπόντισαν τη σπηλιά στην οποία είχε ζήσει ο Αγιος Αντώνιος ο Βεροιώτης! Για τη δημιουργία των εργοστασίων, δημεύθηκαν και 8.000 παρόχθια στρέμματα της Μονής. Το θηρίο του εκσυγχρονισμού ενήργησε χωρίς σεβασμό στον ιερό αυτό τόπο. Ακόμη και για την ανέγερση ενός μνημείου, στο σημείο που βρίσκονταν η σπηλιά του Αγίου Αντωνίου, εμφανίζονται συνεχώς προσκόμματα.
Δέν είναι μόνον οι ορδές των μηχανη-μάτων που κατέστρε-ψαν τόσο θρησκευτικό πλούτο και βέβαια δέν αποζημίωσαν τίποτε -άραγε υπήρχε τρόπος
να αποζημιωθούν τέτοια κειμήλια;- αλλά στο προσκήνιο εμφανίστηκαν και πλανώδιες καντίνες, που κατασκηνώνουν σαν παράσιτα στη ράχη των αγιασμένων βράχων. Γύρω τους στήνεται χορός! Τραπεζάκια, καρέκλες, εκκωφαντική μουσική, κρεατικά και αλκοολούχα, στα σημεία που κάποτε, άκουγες, μόνον πνιγμένους αναστεναγμούς μετανοίας, από τους κατάξερους νηστικούς λάρυγγες των ασκητών! Υπάρχουν βέβαια κι όλοι αυτοί που προσπαθούν να αποσπάσουν άδεια από τη Μονή να ανεγείρουν ξενοδοχιακές μονάδες, γιατί η θέα τους φαίνεται ιδανική για εκμετάλλευση! Κι Οταν κάθε φορά η Μονή προσπαθεί να προφυλάξει αυτή την χιλιόχρονη παράδοση, λαμβάνει την πικρή πολεμική όσων λέγουν: «εμείς θα τα καταφέρουμε και χωρίς τη συγκατάθεσή σας»!
Σύν τῷ χρόνῳ βρέθηκε και η πρόφαση. Το 1987 κυκλοφόρησε ο νόμος Τρίτση που αφορούσε τη ακούσια δήμευση της Μοναστηριακής περιουσίας (9η υποχρεωτική δήμευση από την απελευθέρωση του κράτους). Ο νόμος αυτός βέβαια έπεσε σε αχρηστία εξ αιτίας των υπέρογκων αποζημιώσεων που επιβλήθηκαν στο Δημόσιο για την παρανομία. Έτσι δέν συστήθηκαν οι σχετικές επιτροπές για να οριοθετήσουν τα νέα σύνορα των Μονών και να τις αποζημιώσουν. Παρ’όλα αυτά το Δασαρχείο Βεροίας το 1998, θυμήθηκε τον ανενεργό νόμο και λήστεψε (!) τα υπόλοιπα στρέμματα της Μονής (βράχια και κορφοβούνια) τα οποία μόνον για βοσκοτόπια μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή για Τουριστική εκμετάλλευση!
Η Ιερά Μονή έχει ανάγκη από φυσική προστασία -είναι απαραίτητο τα μοναστήρια να μπορούν να ησυχάζουν και λιγάκι- αλλά η πολεμική των δημοσίων φορέων προτιμά διαφορετικά. Ίσως μιαν ημέρα οι δύο πλαγές της κοιλάδας να γεμίσουν τσιμεντένιους όγκους κι ο ποταμός να γίνει ένας μεγάλος βόθρος, όπως τόσα άλλα μέρη χρησιμοποιήθηκαν για προσωρινό κέρδος. Τότε ίσως όλοι αυτοί που κυνηγούν το μοναστήρι ικανοποιηθούν.
ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ
Η μορφή της Μονής είναι φρουριακή, όπως τα περισσότερα παλιά μοναστηριακά συγκροτήματα. Το εξωτερικό τείχος κτίσθηκε στα 1867 επί ηγουμενίας Αγαθαγγέλου ιερομονάχου. Τότε πρέπει να έγινε μια γενική ανακαίνιση διότι το όνομά του αναφέρεται σε πολλά έργα.
Η είσοδος της Μονής είναι αρκετά εντυπωσιακή καθώς είναι κτισμένη με πωρόλιθους και κόκκινες πήλινες πλάκες. Απέναντι από την είσοδο υπάρχει πέτρινο κιόσκι με νερό να ρέει συνεχώς από τις κρήνες του.
Οι ξύλινες πύλες της εποχής, ορθώνονται επιβλητικές, γεμάτες από πλατυκέφαλα καρφιά για προστασία. Εισερχόμενος κανείς διά μέσου αυτών βρίσκεται στο πρώτο αίθριο, την πρώτη αυλή, την αυλή των ξενώνων. Παλιότερα υπήρχε ακόμη μια πτέρυγα δεξιά, αλλά κάηκε το 1920. Στο σημείο εκείνο φιλοξενούνται κατοικίδια ζώα για εξυπηρέτηση των αναγκών της Μονής.
Ανεβαίνοντας τις σκάλες βρίσκεσαι μπροστά σε μια ακόμη πύλη, πολύ μικρότερη από την πρώτη, με υπέρθυρη εντειχισμένη πλάκα. Έχει σκαλιστεί πάνω της το σκαρίφημα του Προδρόμου κι η ημερομηνία ανακαίνισης 1835. Διερχόμενοι τη στενή πύλη και το επίσης στενό διαδρομάκι που ακολουθεί, βρισκόμαστε στη δεύτερη στενόμακρη αυλή των κοινόχρηστων χώρων. Δεξιά είναι το Συνοδικό (το επίσημο σαλόνι), το Αρχονταρίκι (χώρος υποδοχής όλων των επισκεπτών), διά μέσου αυτού το Μαγειρείο και η Τράπεζα (τραπεζαρία).
Στα αριστερά υπάρχει μια σπηλιά η οποία χρησιμοποιείται ως φυσικό ψυγείο καθώς έχει χαμηλή θερμοκρασία χειμώνα-καλοκαίρι. Το μέρος αυτό ονομάζεται «κρυολόγος» και χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση τροφίμων, όπως τυρί, κρασί, φρούτα και λαχανικά. Παρακάτω αριστερά υπάρχει μια κρήνη πετρόχτιστη κι επάνω της ένα κιόσκι με ξύλινη κατασκευή.
Η Εκκλησία.
Ακριβώς απέναντι είναι το «Καθολικό», δηλαδή ο κεντρικός ναός. Η εκκλησία έχει νάρθηκα τσιμεντένιο, κτισμένο τη δεκαετία του 1970, αλλά το υπόλοιπο κτίσμα είναι πέτρινο. Το χαμηλότερο τμήμα είναι καλοφτιαγμένο και γωνιασμένο με ωραίες διακοσμήσεις. Πιστεύεται πως είναι υπόλειμμα παλαιότερης κατασκευής, γιατί τα χαμηλότερα παράθυρά του είναι βυζαντινά. Το ψηλότερο τμήμα του ναού, είναι πιό πρόχειρα φτιαγμένο και τα παράθυρά του έχουν σχήμα μυτερής αψίδας, δηλαδή ανατολικής τεχνοτροπίας. Ο ναός εσωτερικά είναι καλοφτιαγμένος. Έχει το σχήμα τρίκλιτης βασιλικής. Το τέμπλο της εποχής του 1835, είναι ολόγλυφο, όχι απλά γλυπτό, με θαυμάσιες κολώνες και πάρα πολλες παραστάσεις (αποτομή του Προδρόμου, Ευαγγελισμός, Μυστικός Δείπνος, η Γή της Επαγγελίας κ.ά.). Συμπληρώνεται από χρυσωμένα βημόθυρα τα οποία πρέπει να είναι παλαιότερης εποχής. Οι δεσποτικές εικόνες στο τέμπλο, της Θεοτόκου και του Προδρόμου είναι κατασκευασμένες πρίν την καταστροφή του 1822. Οι υπόλοιπες φτωχότερες σε τέχνη έγιναν λίγες δεκαετίες
μετά. Η οροφή του Ναού είναι μακεδονικής τεχνο-τροπίας, ξύλινη και πολύ-χρωμη, όπως ακριβώς κι ο Δεσποτικός θρόνος. Όλη η σκεπή στηρίζεται σε οκτώ κολώνες (ατόφιοι κορμοί δένδρων), συμβολίζοντας προφανώς τους οκτώ Στύλους της Μονής (τους 8 Αγίους της). Το δάπεδο, παλιότερα είχε πήλινο οκτά-γωνο πλακάκι αλλά την δεκαετία του 1960 το αντι-κατέστησαν με τις παλιές μαρμάρινες πλάκες του Μη-τροπολιτικού Ναού της Βέροιας.
Στο χώρο του Ναού φυλάσσονται και τα ιερά λείψανα. Μπροστά στο τέμπλο, κοντά στην εικόνα του Προδρόμου βρίσκεται το λείψανο από την τιμία χείρα του Βαπτιστού Ιωάννου, σταλμένο από τη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους πρίν μερικούς αιώνες μαρτυρούμενο από τα αρχεία της Μονής τους. Μέσα στο Άγιο Βήμα σε κατάλληλα κατασκευασμένη προθήκη υπάρχουν και τα υπόλοιπα άγια λείψανα˙ των Αγίων Αναργύρων, Αγίου Μοδέστου, Αγίου Χαραλάμπους, Αγίου Τρύφωνα, Αγίου Μακαρίου, Αγίου Χρυσοστόμου, Αγίου Αρτεμίου, Αγίου Παντελεήμονος, Αγίου Αντύπα Περγάμου, Αγίου Διονυσίου Αεροπαγίτου, Αγίου Θαλελαίου, Αγίας Βαρβάρας, Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης, Αποστόλου Λουκά και άλλα μικρότερα τεμάχια.
Ο Αγιος Κλήμης Αχρίδος.
Στην αριστερή πλευρά του τέμπλου βρίσκεται η Τιμία Κάρα του Αγίου Κλήμη Αχρίδος. Ο Αγιος Κλήμης, διετέλεσε μαθητής των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου των Θεσσαλονικέων Ιεραποστόλων που εκχριστιάνισαν τη Νότιο Ρωσία και τη Μοραβία (περιοχές της Τσεχίας και Σλοβακίας). Ο Αγιος Κλήμης εφεύρε το σημερινό σλαβικό αλφάβητο και του έδωσε την επωνυμία «Κυριλλική αλφάβητος», πρός τιμήν του διδασκάλου του, Αγίου Κυρίλλου, που είχε κοιμηθεί. Έτσι μέχρι σήμερα όλοι θεωρούν λανθασμένα εφευρέτη του αλφαβήτου τον Άγιο Κύριλλο. Αφού κοιμήθηκε κι ο Αγιος Μεθόδιος, οι μαθητές τους, μεταξύ αυτών κι ο Αγιος Κλήμης, βασανίστηκαν και εγκαταλείφθηκαν στα παγωμένα βουνά της Μοραβίας για να πεθάνουν από το κρύο. Με τη χάρη του Θεού όμως επιβίωσαν και θέλησαν να επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη. Συνελήφθησαν όμως από τους Βούλγαρους και χρησιμοποιήθηκαν για την εκχριστιάνιση του λαού. Μέχρι σήμερα ο Βουλγαρικός λαός τιμά τον Άγιο Κλήμη με επαινετή ευλάβεια. Το πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας μέχρι σήμερα ονομάζεται «Αγίου Κλήμη Αχρίδος» και η Βουλγαρική Εκκλησία δύο φορές προσκάλεσε την Αγία Κάρα να μεταφερθεί από τους πατέρες της Μονής και να λιτανευθεί στις πόλεις της Βουλγαρίας. Ο Αγιος Κλήμης κοιμήθηκε το 916μ.Χ. και ετάφη στην Αχρίδα όπου τελευταία είχε διατελεςει επίσκοπος. Τον 12ο αιώνα όμως εμφανίσθηκε σε όραμα και ζήτησε η Κάρα του, να μεταφερθεί «στο Μοναστήρι του». Δέν υπάρχει ιστορική πληροφορία που να αποδεικνύει την σχέση του με τη Μονή μας, αλλά η θεία βουλή έδειξε πως εδώ ήθελε να μεταφερθεί. Ένας ιεροδιάκονος, ο Ναούμ, μετέφερε την κάρα πάνω σε λευκό άλογο. Οδηγήθηκε θαυματουργικά έως τη Μονή και σταμάτησε σε απόσταση ενός χιλιομέτρου. Εκεί το υποζύγιο χλιμίντρισε δυνατά. Οι πατέρες της Μονής είχαν δει όραμα στον ύπνο τους, πως δηλαδή θα έρχονταν ένας πολύ σπουδαίος επισκέπτης κι ότι το σημάδι της άφιξής του θα ήταν το δυνατό χλιμίντρισμα. Ακούγοντας λοιπόν το αναμενόμενο, έτρεξαν στο σημείο και βρέθηκαν μπροστά στον διακο-Ναούμ και την Τιμία Κάρα. Έκτοτε η Μονή θεωρεί τον Άγιο ως δεύτερο προστάτη της. Το σημείο συνάντησης ονομάζεται «Χούιτμα», που σημαίνει χλιμίντρισμα, και ανεγείρεται προσκυνητάρι εις ανάμνηση της θαυματουργικής επίσκεψης. Τα χωριά των Πιερίων θεωρούν μεγάλη ευλογία την παρουσία του Αγίου και για τον λόγο αυτό η τιμία Κάρα του λιτανεύεται ετησίως την περίοδο των Θεοφανίων.
Τα κελιά.
Συνεχίζοντας τη διαδρομή μας, στη δεύτερη αυλή, υπάρχει μια μικρή στοά. Απάνω της είναι το παλιό ηγουμενείο και το δωμάτιο του Τούρκου επιτρόπου. Δεξιά απ’ τη στοά είναι το μικρό βιβλιοπωλείο και εκθετήριο της Μονής από το οποίο λαμβάνει μερικά έσοδα για τη συντήρησή της. Ακόμη πιό δεξιά είναι μια απλωταριά που έχει θαυμαστή θέα πρός τον ποταμό Αλιάκμονα. Η τάφρος που φαίνεται ανάμεσα στο τείχος και το Καθολικό χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για να συνάζονται τα κοπάδια της Μονής.
Περνώντας τη στοά βγαίνουμε στην αυλή των κελιών, δηλαδή των δωματίων των μοναχών. Πρόκειται για το πιό απόμερο και ήχυχο σημείο της Μονής. Εάν κλείσει η πόρτα της στοάς τότε απομονώνονται τα κελιά πλήρως. Αριστερά βρίσκονται δύο σκαφτές στο βράχο δεξαμενές νερού. Ανεβαίνοντας τις λίγες σκάλες δεξιά μας είναι το κτίριο που χρησιμοποιήθηκε για ιεροδιδασκαλείο -ενώ σήμερα για διάφορους άλλους σκοπούς- και αριστερά ένας μπαζωμένος χώρος. Εκεί είχαν δημιουργήσει μια πλατειούλα μικρή, είχαν τοποθετήσει τον Εσταυρωμένο και πολλες φορές τελούνταν υπαίθριες ακολουθίες στις τελευταίες δεκαετίες. Μετά το 1985 κατέρρευσαν μεγάλοι βράχοι και μέχρι σήμερα έχουν αχρηστεύσει το χώρο. Αιτία της κατάρρευσης των βράχων ήταν η ροή υδάτων με μορφή μικρού καταρράκτη, στο σημείο εκείνο. Τότε το νερό είχε τόσο χαμηλή θερμοκρασία ώστε Οταν τοποθετούσαν καρπούζια, στο αυλάκι που κατέληγε το νερό, έσκαγαν από το ψύχος. Σήμερα ο καταρράκτης αυτός ξεχύνεται λίγα μέτρα πιό πέρα από το παρεκκλήσι, εκτός της Μονής.
Μπροστά μας βρίσκεται το Παρεκκλήσιο της Μεταμόρφωσης που αποτελεί το κόσμημα της Μονής. Είναι κτισμένο τον 16ο αιώνα και σώζονται μεγάλης αξίας τοιχογραφίες. Εκεί γίνονται οι καθημερινές ακολουθίες των πατέρων εκτός των Σαββατοκύριακων και των εορτών. Λέγεται πως ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός λειτούργησε στο παρεκκλήσι αυτό. Στον Νότιο τοίχο του, βρίσκεται μια στενή είσοδος η οποία οδηγεί στο σπήλαιο που ασκήτευσε ο Αγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπῳ. Για πρακτικούς λόγους πρόσφατα ανοίχθηκε εξωτερική είσοδος στη σπηλιά και αυτή του παρεκκλησίου παραμένει κλειστή.
Οι εξωτερικοί χώροι.
Μπροστά στη Μονή υπήρχαν μεγάλες πε-ζούλες που χρησιμο-ποιούνταν για κήποι, σήμε-ρα όμως έχουν καταπέσει. Υπάρχει όμως μικρός, σχε-τικά, λαχανόκηπος τον ο-ποίο καλλιεργούν οι πατέ-ρες. Στα γύρω επίπεδα είναι φυτεμένες ελιές με τις οποί-ες εξοικονομείται ένα μέρος του λαδιού κάθε χρόνο. Κοντά στη Μονή βρίσκο-νται πολλά ασκηταριά, όπως το σπήλαιο του Αγίου Γρη-γορίου του Παλαμά. Επάνω από τη Μονή υπάρχει επί-σης μεγάλο άνοιγμα και χώ-ρος που συνάζονται τα νερά για την ύδρευσή της. Στο επάνω πλάτωμα βρίσκεται επίσης το κοιμητήριο της Μονής.
Πανηγύρεις της Μονής.
Τό Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου έχει πολλούς λόγους για να πανηγυρίζει. Πρώτα απ’όλα στις πολλες εορτές του Τιμίου Προδρόμου (Σύλληψις 23 Σεπτεμβρίου, Γέννησις 24 Ιουνίου, Σύναξις 7 Ιανουαρίου, Α΄&Β΄ Εύρεση της Κεφαλής 24 Φεβρουαρίου, Γ΄ Εύρεση της Κεφαλής 25 Μαΐου) με την μεγαλύτερη πανήγυρη στις 29 Αυγούστου, εορτή της αποτομής της Τιμίας Κεφαλής Του. Την ημέρα αυτή γίνεται μεγάλο λαϊκό προσκύνημα. Η Μονή μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας παρέχει σε όλους τους προσκυνητές φασολάδα, καθώς η ημέρα θεωρείται νηστεία.
Μικρότερες πανηγύρεις γίνονται στις εορτές των Αγίων, των οποίων λείψανα φυλάσ-σονται στη Μονή, αλλά και στις ονομαστικές εορτές των Αγίων που έζησαν εδώ. Όλοι μαζί οι 8 Άγιοι της Μονής εορτάζονται μετά την Κυριακή των Αγίων Πατέρων, δηλαδή την Β΄ Κυριακή του Ματθαίου (μετά την Πεντηκοστή). Συνήθως εκείνη την ημέρα τιμάται η Μονή με αρχιερατική λειτου-ργία. Το ίδιο συμβαίνει και στην εορτή πρός τιμήν των αγώνων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά την Β΄ Κυριακή των Νηστειών.
ΣΗΜΕΡΑ
Είναι πλέον πασιφανές πως ο μοναχισμός στις μέρες μας άρχισε να καταξιώνεται και να λαμβάνει την τιμή και την δόξα παλαιότερων εποχών. Ελπίδα και καταφυγή του κόσμου χαρακτηρίζεται από τα πλήθη των επισκεπτών που κλίνουν ευλαβικά το γόνυ της ψυχής και του σώματος μπρός στις ιερές εικόνες και τα χαριτόβρυτα λείψανα. Είναι καθημερινή πραγματικότητα η αίτηση ευλογίας και προσευχής ακόμη και στούς απλούς και νεώτερους μοναχούς, από τον ευλαβή κόσμο.
Το Αγιον Όρος βρίσκεται σε ακμή. Το ίδιο και πολλά μοναστήρια σε όλη την επικράτεια της Ελλάδας. Ο αριθμός των μοναχών δέν πλησιάζει βέβαια τα παλαιά μεγέθη, αλλά τουλάχιστον δείχνει ανοδικός. Πολλοί νέοι δείχνουν απογοητευμένοι απ’ τα γήινα και πρόθυμοι για πνευματικές ανατάσεις.
Δέν λείπει ο κίνδυνος της εκκοσμίκευσης στον μοναχισμό, καθώς πολλοί συγχέουν την ιεραποστολή, με την ησυχαστική τάξη του μοναχικού σχήματος. Πολλοί ομιλούν για ανανέωση, ακόμη πιό θρασείς ομιλούν για καταγραφή των μοναχικών κανόνων και βιβλίων, καθώς και των γεροντικών και φιλοκαλικών τευχών διακηρύσσοντας ότι πρέπει να προσαρμοστούν σε παράταιρες εκδηλώσεις όπως ενασχόληση με μουσική, ή φροντιστήρια ή διακοπές. Όλα αυτά ανήκουν στον κόσμο. Εμείς οφείλουμε να πέσουμε στα βαθιά και να παλαίψουμε με πολύ προσευχή, νηστεία και σχεδόν καθημερινή αγρυπνία. Με ταπείνωση αλλά και ανδρειότητα στα θέματα της Πίστεως για να κάνουμε περήφανους εκείνους που, δι’ ευχών τους, συγκαταλεχθήκαμε στις ιδιαίτερες τάξεις της μοναδικής πολιτείας! Δέν είναι δυνατό να φθάσουμε τους αγίους προγόνους μας. Είναι δυνατόν όμως να δώσουμε δείγματα έργων αγαθών, ειλικρινούς μετανοίας και αναμονής της μελλούσης Βασιλείας.
Στη δική μας Σκήτη φαίνεται πως ο καλογερομάχος δαίμονας εκδικείται για τις νίκες που κέρδισαν οι απ’ αιώνος Άγιοι που περπάτησαν τα ευλογημένα αυτά χώματα... Σήμερα δέν εγκαταβιούν δεκάδες μοναχών στα παμπάλαια κτίσματα και τα γύρω-τριγύρω ασκηταριά. Παρ’όλα αυτά χτυπά το σήμαντρο για να καλεςει τους πατέρες στην ακολουθία, στην ιερουργία, στον αγώνα της μετάνοιας. Πολλες φορές ακόμη και μικρά πετραδάκια σε κάμουν να γλυστράς και να πέφτεις. Έτσι πολλες φορές κι ο μοναχός κατρακυλά πρός στιγμήν. Για τον επισκέπτη που έρχεται στη Σκήτη είναι καλό να θυμάται πως είναι προσκυνητής. Προσκυνητής στα ιερά και τα όσια του τόπου, κάθε άλλο παρά κριτής και επικριτής των όσων βλέπει! Σαν μέλισσα ο καλοπροαίρετος ζητά τον ευώδη ανθό και λαμβάνει και παίρνει, ενώ η μυίγα τρέχει να βρεί την ακαθαρσία.
Σκοπός για τον καθένα που μπαίνει στον κόπο να προσεγγίσει στην Ιερή Σκήτη, δέν είναι να ξαπλώσει στα γρασίδια και να ψήσει ορεκτικά, να πιεί και να χορέψει... Σκοπός δέν είναι να καλοκάθεται ο επισκέπτης στην απλωταριά και να ευχαριστιέται τον καφέ του βλέποντας την θαυμαστή θέα. Σκοπός του προσκυνητή επισκέπτη, είναι να ζητήσει τις πρεσβείες των Αγίων, να προσκυνήσει στα άγια λείψανα μπροστά, κι άν βρεί κανέναν μοναχό να ζητήσει να μάθει πως γίνεται το κομποσκοίνι, να μάθει μια πνευματική ιστορία, έναν λόγο να του δυναμώσει την πίστη στο Θεό.
Κι επειδή κατά χρέος ο επίλογος ανήκει αξιοκρατικά στούς εργάτες της αρετής, άς αιτούμε καθημερινά τις πρεσβείες τους -γιατί είναι δυνατοί κατά πολλά- πρός τον πανάγαθο Θεό, κι εμείς θα τους αντιδοξάζουμε με το γλαφυρό απολυτίκιο τους, ποίημα του μακαριστού υμνογράφου Γερασίμου του Μικραγιαννανίτου˙
Απολυτίκιο. Ήχος α΄. Του λίθου σφραγισθέντος.
Τούς εν Σκήτῃ Βεροίας δι’ ασκήσεως λάμψαντας, οκταρίθμους Πατέρας ομοφώνως τιμήσωμεν˙ ως άγγελοι γάρ ώφθησαν εν γῇ, και δόξης αληθούς εν ουρανοίς, ηξιώθησαν αιτούμενοι ιλασμόν, τοίς πίστει ανακράζουσι˙ δόξα τῷ ενισχύσαντι υμάς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ενεργούντι δι’ υμών πάσιν ιάματα.
ΤΈΛΟΣ & Τῼ ΘΕῼ ΔΌΞΑ