VioiParallhloi2017-3.jpg

Την Κυριακή 12 Νοεμβρίου το απόγευμα στην αίθουσα του Μητροπολιτικού Κέντρου Πολιτισμού «ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ» στη Νάουσα, πραγματοποιήθηκε η επιστημονική εσπερίδα «ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ : Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος - Άγιος Λουκάς Ιατρός».

Στις εργασίες της εσπερίδος παρουσιάστηκαν οι εξής εισηγήσεις : «Ποιμένες και ιατροί ψυχών» από τον ιατρό Πρωτοπρεσβύτερο π. Απόστολο Χατζηδήμου , «Διάκονοι του Θεού και των ανθρώπων» από την καθηγήτρια ιατρικής ΑΠΘ κ. Βασιλική Κώστα, και τέλος «Διωκόμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι» από τον Σεβ. Μητροπολίτη Βεροίας κ. Παντελεήμονα .

Στην επιστημονική εσπερίδα προήδρευσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Εδέσσης κ. Ιωήλ, ενώ χαιρετισμούς απηύθυναν ο Δήμαρχος Ναούσης κ.Νικόλαος Κουτσογιάννης, η πρόεδρος του σωματείου υγειονομικής μονάδας Ναούσης κ. Ελένη Κεχαγιά ενώ μουσικά πλαισίωσε βυζαντινός χορός υπό την διεύθυνση του κ.Βασιλείου Μαυράγκανου.

Επίσης προβλήθηκε βίντεο αφιερωμένο στον Άγιο Λουκά Αρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως παραγωγή του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας.

Πριν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας κ.Παντελεήμων κηρύξει την λήξη των εργασιών της εσπερίδος, εγκρίθηκε από το σώμα των Συνέδρων κείμενο-διαμαρτυρία υπέρ του Νοσοκομείου Ναούσης.

Στην εκδήλωση παρέστησαν οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Γρεβενών κ.Δαυίδ και Φιλίππων κ.Στέφανος

Την εκδήλωση παρουσίασε ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Χαλδαιόπουλος.

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

VioiParallhloi2017-4.jpg

Η εισήγηση του Σεβ.Μητροπολίτου Βεροίας κ.Παντελεήμονος :

    «Διωκόμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι»

Ἀναφερόμενος στήν ἐπίγεια πο­ρεία τῶν μαθητῶν του καί ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀνά τούς αἰῶνες ἐπρόκειτο νά πιστεύσουν στό ὄνο­μά του, ὁ Χριστός δέν δημιουργεῖ ἀνυπόστατες ἐλπίδες καί προσδο­κίες. Ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι θά ἔκανε ὁποιοσδήποτε ἄλλος διδάσκαλος ἤ ἡγέτης, ὁ ὁποῖος θά ἐπεδίωκε νά συγκεντρώσει γύρω του μαθητές καί ὁπαδούς, προσφέροντας ἐλπί­δες γιά ἄνετη καί εὔκολη ζωή, ὁ Χριστός ἀπευθύνεται πρός τούς μα­­­­θητές του μέ τή γλώσσα τῆς ἀλη­θεί­ας. Δέν θά μποροῦσε νά συμ­βαίνει, ἄλλωστε, καί διαφορε­τι­κά, ἐφόσον ὁ ἴδιος ταυτίζεται μέ τήν ἀλήθεια λέγοντας: «ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή».

Καί ἡ ἀλήθεια σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τούς μαθητές του καί τό μέλλον τους ἐκ­φράζεται στούς λόγους τοῦ Κυ­ρίου: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν» καί «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖ­ψιν ἕξετε, ἀλλά θαρσεῖτε».

Διωγμοί καί θλίψεις καί κακου­χίες εἶναι τό δοκίμιον τῆς πίστεως καί τῆς ὑπομονῆς γιά τούς πιστούς ἀκολούθους τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ὁδός τῶν ἐκλεκτῶν του, οἱ ὁποῖοι ἐπιλέγουν ἑκούσια τή στενή καί τε­θλιμμένη ὁδό καί ἀποδέχονται τούς διωγμούς χάριν τῆς ἀγάπης καί τῆς πίστεως στόν Ἰησοῦ. Εἶναι ὁ κλῆρος ὅσων δέν διστάζουν νά βα­στάσουν τά στίγματα τοῦ Κυ­ρίου ἐν τῷ σώματί τους καί νά συ­σταυρωθοῦν μαζί του γιά νά συνα­ναστηθοῦν ἐν τῇ βασιλείᾳ του.

Ἔχοντας προσωπική ἐμπειρία τῶν θλίψεων καί τῶν διωγμῶν ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος Παῦ­λος δέν δυσκολεύεται νά μνημο­νεύσει τούς διωγμούς, τίς θλίψεις καί τίς κακουχίες τίς ὁποῖες ὑπέ­μειναν ἀνά τούς αἰῶνες «πάντες» οἱ «μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστε­ως», «ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι», δείχνοντας ἔτσι τόν κοινό δρόμο ὅλων τῶν ἁγίων, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν χρόνο καί τόν τόπο στόν ὁποῖο αὐτοί ἔζησαν ἤ θά ζήσουν.

Αὐτόν τόν δρόμο τῶν διωγμῶν καί τῶν θλίψεων βάδισαν καί οἱ δύο μεγάλοι ἅγιοι ἱεράρχες τούς ὁποίους τιμᾶ καί προβάλλει ἡ Ἱε­ρά Μητρόπολή μας μέ τή ση­μερινή ἑσπερίδα: τόν χρυσορρήμονα ἀρχι­ε­­πίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, καί τόν θαυματουργό ἅγιο Λουκᾶ, ἀρ­χιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως, τόν ἰατρό. Καί αὐτός ὁ κοινός δρόμος εἶναι πού κάνει τούς βίους τους πραγματικά παράλληλους. Διότι καί οἱ δύο βάδισαν διωκόμενοι, θλι­βόμενοι καί κακουχούμενοι τήν τρίβο τῆς ἐπιγείου ζωῆς τους μέ κατεύθυνση τόν οὐρανό.

Γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσό­στο­μο ὁ δρόμος αὐτός ξεκίνησε ἀπό τήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἡ κοινω­νι­κή, φιλανθρωπική καί ἀντιαιρε­τική του δράση του ἀλλά καί ἡ ρη­τορική του δεινότητα εἶχαν κάνει τό ὄνομά του γνωστό μέχρι τήν αὐ­τοκρατορική αὐλή τῆς Κωνστα­ντινουπόλεως. Ἔτσι, ὅταν μετά τήν κοίμηση τοῦ Νεκταρίου ὁ ἀρ­χι­επισκοπικός θρόνος τῆς βασιλί­δος τῶν πόλεων χήρευσε, ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας ὑποστήριξε τήν ὑπο­­ψηφιότητα τοῦ ἱεροῦ Χρυσ­ο­στόμου ὡς διάδοχό του καί οἱ ἀξιωματοῦχοι του τόν μετέφεραν κρυφά ἀπό τήν Ἀντιόχεια στήν Κωνσταντινού­πο­λη, προκειμένου νά μήν ἀντιδράσει τό ποίμνιό του γιατί θά στεροῦνταν τόν καλό ποι­μένα του.

Γιά τόν ἅγιο Λουκᾶ ὁ δρόμος ξε­κινᾶ ἀπό τήν Τασκένδη, ὅπου ὁ ἀρ­χιεπίσκοπος Ἰννοκέντιος, ὁ ὁ­ποῖος τόν συναντᾶ ὡς καθηγητή τῆς Ἰατρικῆς σέ μία δίκη μέ ἀφορ­μή τή δημιουργία ἑνός κρα­τικοῦ μορφώ­ματος, τῆς λεγόμενης «ζωντανῆς Ἐκκλησίας», προκειμέ­νου τό ἄθεο καθεστώς νά διαλύσει τήν πραγματική Ἐκκλησία, τοῦ προ­τείνει νά ἱερωθεῖ. Τήν πρότα­ση τήν ἐκλαμβάνει ὁ ἅγιος Λουκᾶς ὡς κλήση τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἱερω­σύνη, καί χειροτονεῖται ἄμεσα, ἐνῶ συνεχίζει νά διδάσκει ὡς κα­θηγητής τῆς τοπογραφικῆς ἀνατο­μίας καί τῆς χειρουργικῆς.

Δύο χρόνια ἀργότερα, τό 1923, κάτω ἀπό ἐξαιρετικά δύσκολες συν­θῆκες, ὁ ἅγιος χειροτονεῖται μυστικά ἐπίσκοπος, καί καλεῖται νά γίνει ποιμένας καί διδάσκαλος τῶν ἀνθρώπων, ὁδηγός τους πρός τόν Χριστό μέσα σέ ἕνα περιβάλ­λον τό ὁποῖο ὄχι μόνο ἀρνεῖται τήν πίστη στόν Ἰησοῦ ἀλλά καί τήν διώκει μέ ἀπίστευτη σκληρό­τητα.

Καί ἐάν τό σπουδαῖο φιλανθρω­πικό ἔργο πού ὀργανώνει ὁ ἅγιος Ἰωάν­νης ὁ Χρυσόστομος, ἱδρύο­ντας συσσίτια σέ ὁλόκληρη τήν Κωνσταντινού­πολη γιά χάρη τῶν ἀπόρων, τῶν ὀρφανῶν, τῶν ξέ­νων καί τῶν ἀρρώστων σέ συν­δυασμό μέ τό θάρρος καί τήν τόλ­μη του νά ἐλέγχει τή διαφθορά, τήν ἀδικία, τήν κοσμική ζωή, τίς σπατάλες καί τήν ἀνηθικότητα καί ὅσους τίς ἐξέφραζαν εἴτε βρισκό­ταν στόν κλῆρο εἴτε ἀκόμη καί σέ αὐτά τά αὐτοκρατορικά ἀνάκτορα τόν κάνουν ἀντιπαθῆ σέ ὅσους ἐλέγχονται ἀπό τόν λόγο του καί ἀπό τήν ἀσκητική καί ἁγία ζωή του, ὁ λαός τῆς πρωτευ­ού­σης τοῦ Βυζαντίου βλέπει στό πρόσωπό του τόν στοργικό ποιμένα, τόν σο­φό διδάσκαλο, τόν θεραπευτή τῶν ψυχῶν τους, τόν ὑποστηρικτή τους στήν ἀδικία καί τήν αὐθαι­ρε­σία τῆς αὐτοκρα­τορικῆς ἐξουσίας.

Ἀντίστοιχα ἡ ἀφοσίωση τοῦ ἁγίου Λουκᾶ στή θεραπεία τῶν ἀσθε­νῶν, ὁπουδήποτε καί ἐάν τούς συναντᾶ, ἀκόμη καί στήν πιό μακρινή ἐξορία, παράλληλα μέ τό ἐκκλησιαστικό του ἔργο, τό κή­ρυγ­μά του, τή θαρραλέα του στάση ἔναντι τοῦ ἀθέου καθεστῶτος καί τή στήριξη πού προσφέρει στό ὀρ­θόδοξο ποίμνιό του τό ὁποῖο περ­νᾶ δύ­σκολες ὧρες τόσο ἀπό τούς διωγμούς πού ἔχει ἀρχίσει τό ἄθεο καθεστώς ὅσο καί ἀπό τήν προ­π­αγάνδα τῆς ἀποκαλούμενης «ζω­ντα­νῆς» Ἐκκλησίας, τόν κάνει ἰδι­αί­τερα ἀγαπητό στούς πιστούς ἀλλά τόν φέρνει καί πολύ γρή­γο­ρα σέ ἀντίθεση μέ τό κράτος, πού τοῦ ἀπαγορεύει ἀκόμη καί νά εὐ­λογεῖ τούς ἀσθενεῖς στό νοσοκο­μεῖο.

Οἱ διωγμοί ἔχουν ἤδη ἀρχίσει γιά τόν ἅγιο Λουκᾶ, ὅπως εἶχαν ἀρ­χί­σει καί γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυ­σόστομο. Στήν ἀπαγόρευση τοῦ διευθυ­ντοῦ τῆς ἀστυνομίας νά εὐλογεῖ τούς ἀσθενεῖς, ὁ ἅγιος Λουκᾶς ἀπαντᾶ θαρ­ραλέα, ὅπως γρά­φει ὁ ἴδιος: «τό ἀρχιερατικό μου καθῆκον δέν μοῦ ἐπιτρέπει νά ἀρνηθῶ νά δώσω τήν εὐλογία μου στούς ἀνθρώπους πού μοῦ τή ζη­τοῦν. Ἄν θέλεις, μπορεῖς νά κρε­μάσεις μία ἀνακοίνωση στίς πόρ­τες τοῦ νοσοκομείου πού νά ἀπα­γορεύει στούς ἀσθενεῖς νά ζητοῦν εὐλογία».

Τίς διώξεις ἀκολουθοῦν οἱ ἐξο­ρίες τόσο γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο ὅσο καί γιά τόν ἅγιο Λουκᾶ.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης παίρνει τόν δρό­μο γιά τήν Κουκουσό τῆς Ἀρ­μενίας καί στή συνέχεια γιά τήν Πιτυοῦντα τοῦ Πόντου. Ὁ ἅγιος Λου­κᾶς γιά τή Σιβηρία καί ἀργό­τερα γιά τόν ἀρκτικό κύκλο. Τό ταξίδι πρός τήν ἐξορία εἶναι ὀδυ­νη­ρότατο καί γιά τούς δύο ἁγίους ἱεράρχες. Δέν εἶναι μόνο ἡ σκλη­ρό­τητα ὅσων τούς συνοδεύουν, δέν εἶναι μόνο οἱ ἀντίξοες συν­θῆ­κες, ἡ ὁδοιπορία, τό κρύο καί οἱ τα­λαιπωρίες πού ἀντιμετωπίζουν. Εἶναι καί ἡ ἐξασθενημένη φύση καί τῶν δύο ἁγίων, τό ἀδύναμο ἀπό τήν ἄσκηση καί τίς ταλαιπω­ρίες σῶμα τους πού κάνει τήν πο­ρεία τους πρός τήν ἐξορία ἕνα πραγ­ματικό μαρτύριο.

«Μόλις πήραμε μία ἀνάσα, φθά­νο­ντας στήν Κουκουσό, καί εἴδαμε λίγο φῶς μέσα ἀπό τόν καπνό καί τήν νεφέλη τῶν ποικίλων κακῶν πού μᾶς βρῆκαν στόν δρόμο», γρά­φει ὁ ἱερός Χρυσόστομος πρός τή διακόνισσα Ὀλυμπιάδα. «Τριάντα σχεδόν ἤ καί περισσότερες ἡμέρες πάλευα μέ φοβερό πυρετό βαδίζο­ντας τόν μακρύ καί φοβερό αὐτό δρόμο καί βασανιζόμενος συγ­χρό­νως καί ἀπό ἄλλες πολύ σκληρές ἀρ­ρώστιες», συνεχίζει περιγράφο­ντας τήν κατά­στασή του στήν ἴδια ἐπιστολή του (ἐπιστολή πρός Ὀλυ­μπιάδα 6).

Ἑπτά μῆνες διήρκεσε ἡ ὁδοι­πο­ρία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μέχρι τόν τόπο τῆς ἐξορίας του, τήν Κουκου­σό, ἕναν τόπο πού δέν ὑπάρχει πιό ἔρημος ἀπό αὐτόν, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος στόν ἐπίσης ἐξόριστο ἐπί­σκοπο Κυριακό (ἐπιστ. 125, PG 52, 685). Πολλές ἦταν οἱ θλίψεις πού ἀντιμετώπισε στόν δρόμο, ὅμως ὁ ἅγιος δέν ἔπαυσε νά δοξάζει τόν Θεό γιά ὅ,τι ζοῦσε. «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν», ἐπαναλάμβανε συνεχῶς, ἀκόμη καί ὅταν τό αὐ­το­κρατορικό περιβάλλον ἐξοργισμέ­νο ἀπό τό πλῆθος τῶν πιστῶν πού συνέρρεε στήν Κουκουσό γιά νά συναντήσει τόν μεγάλο ἐξόριστο, τόν ἔστειλε ἀπό τήν Κουκουσό στήν Πιτυούντα τοῦ Πόντου. Δέν ἔφθασε ποτέ ἐκεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης, γιατί ἐξαντλημένος ἀπό τίς κα­κου­χίες καί βαρειά ἄρρωστος ἐκοι­μήθη στά Κόμανα τοῦ Πόντου στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407.

Τό ἴδιο συνέβαινε καί μέ τόν ἅγιο Λουκᾶ. Τήν πρώτη σύλληψη, μία ἑβδομάδα μετά τή χειροτονία του διαδέχεται ἡ φυλάκιση καί ἡ ἐξο­ρία. Ἕνδεκα χρόνια φυλακίσεων καί ἐξοριῶν, ἕνδεκα χρόνια ἀπε­ρί­γραπτων ταλαιπωριῶν καί κακου­χιῶν γιά νά κάμψουν τό φρόνημά του, γιά νά τόν ἀναγκάσουν νά μή μιλᾶ, νά μή διδάσκει καί νά μήν παρηγορεῖ τούς ἀνθρώπους· γιά νά τόν ἀναγκάσουν νά ἀρνηθεῖ τήν ἀρχιερωσύνη.

Πολύωρες καί ἐξοντωτικές ἀνα­κρί­σεις στά γραφεῖα τῆς κρατικῆς ἀσφα­λείας γίνονται ἡ καθημερι­νό­τητά του. Ἀτελείωτες ἡμέρες φυ­λακί­σεως ἄλλοτε μέ κοινούς κα­κοποιούς καί ἄλλοτε μέ πολι­τικούς κρατουμένους καταβάλλουν τό σῶμα του, ἀλλά ὄχι τήν ψυχή του.

«Ἔφτασα στή φυλακή λαχανια­σμέ­νος», γράφει ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Λουκᾶς στήν Αὐτοβιο­γραφία του. «Ὁ σφυγμός μου ἦταν ἀδύναμος καί γρήγορος καί τά πόδια μου πρήστηκαν μέχρι τό γόνατο. Ἦταν ἡ πρώτη ἐκδήλωση μυοκαρδίτιδας, ἡ ὁποία μᾶλλον προκλήθηκε ἀπό τόν ἐξανθηματικό τύφο πού κόλ­λη­σα στήν Τασκένδη, ἕνα χρόνο μετά τή χειροτονία μου σέ ἱερέα. Μείναμε στίς φυλακές τοῦ Τιου­μέν περίπου δύο ἑβδομάδες, καί ὅλο αὐτό τό διάστημα ἔμεινα δί­χως ἰατρική περίθαλψη».

Ἀπό ἐκεῖ μεταφέρεται διαδοχικά σέ διάφορες πόλεις, ὅλο καί πιό μα­κριά. Μία ἡμέρα, ἐνῶ βρισκό­ταν ἐξόριστος στήν πόλη Τουρου­χάνσκ, τόν κάλεσαν στήν κρατική ἀσφάλεια καί τοῦ δήλω­σαν ὅτι ἐξαι­τίας τῆς ἀνυπακοῆς του στό σοβιέτ ἔπρεπε νά ἐγκαταλείψει τήν πόλη μέσα σέ μισή ὥρα. «Ποῦ μέ ἐξορίζουν αὐτή τή φορά;», ρώ­τησε τόν διοικητή. «Στόν ἀρκτικό ὠκεανό», ἦταν ἡ ἀπάντηση.

Τό ταξίδι ἐπάνω στόν παγωμένο ποταμό Γενισέι ἦταν ἐξαιρετικά δύ­σκολο καί ὀδυνηρό. «Ἐκείνη ὅμως ἀκριβῶς τή δύσκολη ἐποχή εἶχα διαισθανθεῖ ἔντονα δίπλα μου τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. Ἔνιωθα πώς μέ στηρίζει καί μέ ἐνθαρρύνει», γράφει ὁ ἅγι­ος Λουκᾶς.

Μέ τή στήριξη καί τήν ἐνθάρρυν­ση τοῦ Χριστοῦ θά ἀντέξει καί ὅλες τίς δοκιμασίες καί τίς κακου­χίες πού θά ἀντιμετωπίσει, ἀνά­μεσα σ᾽ αὐτές καί τίς πολυήμερες ἀνα­κρίσεις πού ὑπέστη τόν Νοέμ­βριο τοῦ 1937 καί γιά τίς ὁποῖες γρά­φει ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος. «Εἶχαν ἐπι­νοήσει τή λεγόμενη μέθοδο τῆς ἁλυσιδωτῆς ἀνακρίσεως. Αὐτή ἡ ἁλυσίδα συνεχιζόταν ἀδιαλείπτως, μέρα-νύκτα. Οἱ ἀνακριτές ἄλλα­ζαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἐνῶ τόν ἀνα­κρινόμενο δέν τόν ἄφηναν νά κοιμηθεῖ οὔτε γιά μία στιγμή καθ᾽ ὅλη τή διάρκεια τοῦ εἰκοσιτετρα­ώ­ρου. Δεκατρία μερόνυκτα διήρ­κε­σε ἡ ἀνάκριση … καί ἀρκετές ἦταν οἱ φορές πού μέ πῆγαν νά μοῦ ρίξουν νερό στό πρόσωπό μου γιά νά συνέλθω» καί μετά ἀπό αὐ­τή στάλθηκε γιά τρίτη φορά ἐξο­ρία στή Σιβηρία.

Ἀλλά καί ὅταν ἀκόμη ἐπιστρέφει ἀπό τίς ἐξορίες καί καλεῖται νά διακονήσει τόν λαό τοῦ Θεοῦ ὡς ἀρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως, ὑποφέρει ἀπό τίς συνέπειες τῶν διωγμῶν, τῶν φυλακίσεων καί τῶν ταλαιπωριῶν πού ὑπέμενε γιά πολλές δεκαετίες. Προοδευ­τι­κά ἡ ὑγεία του ἐξασθενοῦσε, ὁ ἅγι­ος Λουκᾶς ὅμως συνέχιζε τό ἔργο του.

Ἄν καί ἀπό τό 1956 εἶχε χάσει τήν ὅρασή του ὑπέμενε καί αὐτή τή δοκιμασία μέ καρτερία καί συ­νέ­χισε νά λειτουργεῖ καί νά κη­ρύττει. «Δέχθηκα τό θέλημα τοῦ Θεοῦ νά μείνω τυφλός μέχρι τόν θάνατό του μέ ἤρεμη ψυχή, μέ εὐ­γνωμοσύνη καί πλήρη ἐμπιστο­σύνη στόν Θεό».

Καί μέσα σ᾽αὐτή τήν ἐμπιστοσύνη θά παραδώσει τήν ψυχή του στόν Θεό, τόν δρόμον τελέσας καί τήν πί­στιν τηρήσας, στίς 11 Ἰουνίου 1961.

Παρότι ὁ ἅγιος Λουκᾶς δέν πε­θαίνει ἐξόριστος, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰω­άν­νης ὁ Χρυσόστομος, τό καθε­στώς ἐμποδίζει μέ κάθε τρόπο τήν ἀπόδοση τιμῆς στόν κεκοιμημένο ἱε­ράρχη, ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι τόν λόγο τοῦ ἁγίου Λουκᾶ πού εἶχε πεῖ στούς μαθητές του πρίν ἀπό τήν κοίμησή του: «Δέν θά ἐπι­τρέψουν νά μοῦ ψάλετε οὔτε τό Ἅγιος ὁ Θεός».

Ὅμως ὁ Θεός ἐπιφυλάσσει στόν ἅγιο Λουκᾶ τή δική του οὐράνια ἀνταμοιβή καί τιμή. Ὁ τάφος του ἀναδεικνύεται ἀκένωτη πηγή θαυ­μάτων καί ἰάσεων γιά ὅσους προσέτρεχαν καί ζητοῦσαν τή χά­ρη τοῦ ἁγίου, καί ἡ πίστη τοῦ λαοῦ στήν ἁγιότητά του ὁδηγεῖ τήν Ἐκ­κλησία τῆς Οὐκρανίας νά ἀποφα­σίσει τόν Νοέμβριο τοῦ 1995 τήν ἀναγραφή του στίς ἁγιολογικές δέλτους. Λίγους μῆνες ἀργότερα, τόν Μάρτιο τοῦ 1996, τριάντα πέ­ντε χρόνια μετά τήν κοίμησή του, τά ἱερά λείψανά του μεταφ­έ­ρο­νται πανηγυρικά στόν ἱερό καθε­δρικό ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Συμφερουπόλεως, ἐκεῖ ὅπου ὁ ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς ἱερουρ­γοῦ­σε ἐπί 15 χρόνια, καί τοῦ ἀποδί­δονται ὅλες οἱ τιμές πού τό ἄθεο καθεστώς τοῦ εἶχε στερήσει κατά τήν κοίμησή του.

Κάτι ἀνάλογο εἶχε συμβεῖ καί μέ τά ἱερά λείψανα τοῦ ἄλλου μεγά­λου ἱεράρχου, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Τριάντα χρόνια μετά τήν κοίμησή του στήν ἐξορία, στά Κόμανα τοῦ Πόντου, μεταφέρ­θηκαν τιμητικά ἀπό τόν διάδοχό του, ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινου­πό­λεως ἅγιο Πρόκλο, καί ἐνθρο­νί­σθηκαν πανηγυρικά στόν ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας στήν Κωνσταντι­νού­πολη, ἀποκαθιστώντας ἔτσι τήν ἀδικία πού εἶχε γίνει στόν μεγάλο ἱεράρχη.

«Διωκόμενοι, θλιβόμενοι, κα­κου­χούμενοι» οἱ δύο ἅγιοι ἱεράρ­χαι πορεύθηκαν διά πολλῶν θλί­ψεων στήν ἐπίγεια ζωή τους. Ὑπέ­μει­ναν ὅμως εἰς τέλος καί ἔλαβαν τό βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως γιά νά ἀναπαύονται ἀπό τούς κόπους καί τούς πόνους τῆς ζωῆς στήν αἰ­ώ­νια μακαριότητα τοῦ οὐρανοῦ καί νά ἀπολαμβάνουν τήν ἀγαλ­λίαση τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ στή βασιλεία του καί νά ἀποτελοῦν φάρους φωτεινούς καί πυξίδες καί τῆς δικῆς μας πορείας, ὥστε νά φθάσουμε καί ἐμεῖς ἐκεῖ πού μᾶς περιμένουν «ἵνα μή χωρίς ἡμῶν τελειωθῶσι».

 

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

VioiParallhloi2017-2.jpg