PanagiasSoumela.2018.jpg

Την Τετάρτη 15 Αυγούστου το πρωί τελέστηκε με λαμπρότητα και επισημότητα η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Πανελλήνιο Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά στη Καστανιά του Βερμίου.

Από νωρίς το πρωί χιλιάδες πιστοί κατέφθασαν από κάθε γωνιά της Ελλάδας στις πλαγιές του Βερμίου για να προσκυνήσουν το ιερό εικόνισμα της Παναγίας Σουμελά, να λειτουργηθούν, να λάβουν μέρος στη λιτανεία και να χαρούν το μεγάλο πανηγύρι με τα έθιμα και τις παραδόσεις του ποντιακού ελληνισμού.

Στο πανηγυρικό συλλείτουργο προεξήρχε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς και Φαλήρου κ. Σεραφείμ ενώ έλαβαν μέρος ο Σεβ. Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κ. Τιμόθέος, ο οποίος χοροστάτησε και στον Όρθρο, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αρμαβίρ και Λαμπίνσκ κ. Ιγνάτιος και ο οικείος Ιεράρχης Σεβ. Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων.

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων επέδωσε εκ μέρους του Σωματείου «Παναγία Σουμελά» το χρυσό μετάλλιο της Παναγίας Σουμελιωτίσσης στον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας Αντιπτέραρχο Χρήστο Χριστοδούλου. Όπως κάθε χρόνο το Ίδρυμα τίμησε δύο Μαθητές του Γενικού Λυκείου Μακροχωρίου Ημαθίας στη μνήμη των μαθητών που χάθηκαν στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Φέτος τιμήθηκαν η κ. Παυλίδου Παρθένα και ο κ. Σερδαρίδης Νικόλαος.

Ακολούθησε η καθιερωμένη λιτάνευση των Ιερών Εικόνων και το τρισάγιο στο μνημείο για τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Στην συνέχεια πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια προτομής του αειμνήστου Υπουργού Λεωνίδα Ιασονίδη, ο οποίος συνέβαλε στην μεταφορά των κειμηλίων της Παλαιφάτου Βασιλικής Σταυροπηγιακής Ιεράς Μονής της Παναγίας Σουμελά και βοήθησε στην ανιστόρηση του Ιερού Προσκυνήματος της Παναγίας Σουμελά.

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

Η εγκύκλιος του Σεβ. Μητροπολίτου Βεροίας :

«Ἡ μετά τόκον παρθένος καί μετά θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τήν κληρονομίαν σου».

Κοινή ἡ ἀκροτελεύτια ἱκεσία πρός τήν Παναγία Παρθένο μέ τήν ὁποία κλείνουν τούς κανόνες τους γιά τή σημερινή ἑορτή τῆς ἐνδό­ξου Κοιμή­σεως τῆς Ὑπερα­γίας Θεοτό­κου οἱ δύο κορυφαῖοι ὑμνο­γράφοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Κο­σμᾶς ὁ Μελωδός καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός.

Κοινή ἡ δέηση πρός τήν Παναγία μητέρα μας, πρός τήν «εἰς οὐρα­νί­ους θαλάμους πρός τόν Υἱόν ἐκ­φοι­τῶσα» καί πρός τήν «μετά τό­κον παρθένον καί μετά θάνατον ζῶσαν», νά σώζει πάντοτε τήν «κληρονομίαν» της, νά σώζει ὅλους ὅσους τήν πιστεύουν καί τήν εὐλαβοῦνται ὡς Μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ὡς Μητέρα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί λυτρωτοῦ τῶν ἀνθρώπων.

«Σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τήν κλη­ρο­νομίαν σου».

Αὐτή ἡ ἱκεσία πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἀντηχεῖ καί σήμερα μυ­ριόστομη ἐδῶ, στίς πλαγιές τοῦ Βερ­μίου, στό ἱερό κα­τοικητήριο τῆς Παναγίας τῆς Σου­μελᾶ, τῆς Πα­ναγίας τοῦ Πόντου. Μυριό­στο­μη, ἀπό τά χείλη τῶν εὐλαβῶν τέ­κνων τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἑλλή­νων ἀπό τά πέρατα τοῦ κόσμου, μέ πρώ­τους ἐκείνους τῶν ὁποίων ἡ καρ­διά κτυπᾶ γιά τό ἱστο­ρικό μο­ναστήρι της στό ὄρος Μελᾶ·

ἐκείνους τῶν ὁποίων ἡ σκέ­ψη ἀνηφορίζει μαζί μέ τούς πατέρες καί τίς μητέρες τους, πού γιά αἰ­­νες ἀνέβαιναν τέτοια ἡμέρα γιά νά προσκυνήσουν τήν Ὑπε­ρα­γία Θεοτόκο, τή Σουμελιώτισσα, τή δι­κή τους μητέρα, ἡ ὁποία κατά τήν ὑπόσχεσή της «ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπε»·

ἐκεί­νους τῶν ὁποίων ἡ σκέψη καί ἡ προσευχή ἦταν πρός τήν ἀκοί­μητη πρέσβειρα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώ­πων, τήν ἄγρυπνη προ­στάτιδα τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνι­σμοῦ καί τήν ἀκαταίσχυντη ἐλπί­δα τους, ὅταν διωγμένοι καί κατα­τρεγμένοι, ξερ­­ριζωμένοι ἀπό τά χωριά καί τά σπίτια τους, ἀπό τά μέρη στά ὁποῖα ὁ Ἑλληνισμός εἶχε ἀνθήσει γιά δύο χιλιάδες χρόνια καί εἶχε προσφέρει στόν κόσμο καί στόν πολιτισμό πλούσιους καρ­πούς, ἔτρεχαν πρός τίς ἀκτές τῆς Μαύρης θάλασσας, τοῦ Εὐξείνου Πόντου, γιά νά σωθοῦν ἀπό ὅσους τούς ἀπειλοῦσαν καί τούς κατα­δίωκαν. Ἔτρεχαν, ἔχοντας στήν ἀγκαλιά τους τά πιό πολύτιμα τῆς ζωῆς τους, τά παιδιά τους καί τίς ἐφέ­στιες εἰκόνες τους.

«Σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τήν κλη­ρο­νο­μίαν σου», θά ἦταν καί ἡ δική τους ἱκεσία. Γιατί κληρονομία τῆς Παναγίας μας εἴμεθα ὅλοι ἐμεῖς πού πιστεύουμε στόν Υἱό της. Κληρονομία τῆς Παναγίας Μητέ­ρας τοῦ Κυρίου μας εἴμεθα ὅλοι οἱ μαθητές του, πού μέσα στήν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ του μᾶς ἐμπιστεύ­θη­κε, στό πρόσωπο τοῦ ἠγαπη­μένου του Ἰωάννη, στή στοργική φρο­ντί­δα τῆς Μητέρας του.

Ἔτσι αἰσθανόταν τότε οἱ πατέρες μας. Καί ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος δέν τούς ἀπογοήτευσε. Ἦταν βαρύ τό τί­μημα, ἀλλά ἦταν καί μεγάλο τό θαῦμα.

Γιατί θαῦμα τῆς Παναγίας μας εἶναι πῶς κα­τόρθωσε ὁ Ἑλλη­νι­σμός τοῦ Πόντου νά φθάσει μέ­χρι τήν Ἑλλάδα, καί ἀπό ἐδῶ νά δια­σκορ­πισθεῖ στά πέρατα τῆς οἰ­κου­μένης καί νά ἀναγεννηθεῖ ἀπό τήν τέφρα του καί νά προο­δεύσει, καί νά κάνει πραγματι­κό­τητα τά λό­για τοῦ λαϊκοῦ ποιητοῦ «Ἡ Ρω­μα­νία κι ἄν πέρασεν, ἀνθεῖ καί φέρει κι ἄλλο».

Εἶναι θαῦμα ὅτι κατόρθωσε νά πυργώσει τό νέο αὐτό κατοι­κη­τή­ριό της καί νά ἐπι­στρέ­φει ἐδῶ κά­θε χρόνο, γιά νά ἐκφράζει τήν εὐ­γνω­μοσύνη του γιά τήν ἀνύστα­κτη προστασία καί τήν ἀδιάλειπτη μέριμνά της, ἀλλά καί γιά νά ἀνα­νεώνει τήν ἱκεσία ἐνώπιον τῆς ἱστορικῆς καί θαυματουργοῦ εἰκό­νος τῆς Σουμελιώτισσας: «Σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τήν κληρονομίαν σου».

Θαῦμα εἶναι, ἄλλωστε, καί ὁλό­κληρη ἡ ζωή της Παναγίας μας. Θαῦμα ἦταν, ὅπως διακηρύσσει ὁ ἱερός ὑμνογράφος, ὅτι παρέμεινε παρθένος καί μετά τή γέννηση τοῦ Υἱοῦ της. Θαῦμα εἶναι ὅτι μετά τήν κοί­μησή της παρέμεινε ζῶσα καί συνεχίζει νά μεριμνᾶ καί νά φρο­ντίζει γιά ἐμᾶς, γιά τήν κληρο­νομία της, ὅπως τό ἔκανε καί χθές, ἀπελευθερώνοντας τά παιδιά της, τούς δύο στρατιωτικούς μας, πα­ρα­­μονή τῆς ἑορτῆς της, μετά ἀπό 167 ἡμέρες ἄδικης ὁμηρείας.

Ποιός μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει τό θαῦμα τῆς Παναγίας μας, τό ὁποῖο ὁμολόγησαν καί οἱ γονεῖς τους, πού ἦρθε μετά ἀπό τήν ἐπανειλημ­μένη ἀπόρριψη τοῦ αἰτήματος ἀπο­­φυλακίσεώς τους καί μάλιστα αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς της;

Κανείς, ἀδελφοί μου, δέν μπορεῖ νά τό ἀμφισβητήσει, γιατί ὅλοι πι­στεύουμε ὅτι ἡ Παναγία μας στό πρόσωπο τῆς ὁποίας «νενίκηνται» ἀκόμη καί «τῆς φύσεως οἱ ὅροι», ἐπενέβη γιά ἀκόμη μία φορά δρα­στικά καί ἔσωσε τήν κληρο­νομία της.

Γι᾽ αὐτό καί ὅλοι οἱ Ἕλληνες σή­μερα, ἑορτή τῆς ἐνδόξου Κοιμή­σεώς της, ἐνώ­πιον τῶν ἱερῶν καί χαριτο­βρύ­των εἰκόνων τῆς Ὑπε­ρα­γίας Θεο­τόκου πού ὡς τεῖχος κρα­ταιό στή στεριά καί στή θά­λασσα περιφρου­ροῦν τήν πατρίδα μας καί τόν εὐ­σεβῆ λαό της, τῆς ἀναπέμπουμε αἶνο εὐχαριστίας καί δοξολογίας γιά τό μεγάλο αὐ­τό θαῦμα της πού ἐνισχύει τήν πίστη μας.

Καί συγχρόνως τήν παρακαλοῦμε μαζί μέ τόν ἱερό ὑμνογράφο: «Σῴ­ζοις ἀεί», παναμώμητε Κόρη καί φιλεύσπλαγχνη Κυρία Θεοτό­κε, «τήν κληρονομίαν σου», γιατί αἰ­σθα­νόμασθε κληρονομία τῆς Πα­ναγίας μας καί τό αἰσθανόμεθα ὡς τιμή καί προνόμιο.

Αὐτή τήν ἱκεσία καί τήν προσευ­χή τῆς ἀπευθύνουμε πιό θερμή καί πιό διάπυρη φέτος καί ἐμεῖς ἐδῶ στό ἱερό κατοικητήριό της, ζητώ­ντας καί τίς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί τοῦ ἁγίου Γεωρ­γίου τοῦ Τροπαιο­φό­ρου, τῶν ὁποίων οἱ ἱστορικές καί θαυ­μα­τουργές εἰκόνες, ἀπό τά πε­ριά­­κου­στα μοναστήρια τοῦ Πό­ντου, τή μονή τοῦ Βαζελῶνος καί τή μονή τοῦ Περιστερεῶτα, ἤρθαν γιά νά συνεορτάσουν μαζί μας τή μεγάλη ἑορτή τῆς Παναγίας μας.

Τήν ἀπευθύνουμε πιό θερμή καί πιό διάπυρη, γιατί οἱ τραγικές εἰ­κό­νες πού ἀντικρίζουμε τίς τελευ­ταῖες ἑβδομάδες ἀπό τή φονική κα­­ταστροφή τῆς Ἀττικῆς, οἱ εἰκό­νες ταλαίπωρων ἀνθρώπων, πού μέ ὅ,τι πολύτιμο εἶχαν στήν ἀγκα­λιά ἔμπαιναν στή θάλασσα περι­μένοντας μία βάρκα γιά νά τούς σώσει, ἐνῶ τούς σκέπαζε καί τούς ἔκαιε ὁ καπνός τῆς πύρινης λαίλα­πας, μᾶς φέρνουν στόν νοῦ τίς εἰ­κόνες τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου πού σέ κάποιες ἄλλες ἀκτές περί­μεναν, πρίν ἀπό σχεδόν ἑκατό χρό­νια, νά μποῦν σέ μιά βάρκα γιά νά σωθοῦν καί συγχρόνως προ­σευ­­χόταν στήν Παναγία: «Σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τήν κληρονομίαν σου».

Γιά ὅλους αὐτούς, πού μᾶς ἔγιναν οἰκεῖοι μέσα ἀπό αὐτή τή φοβερή καταστροφή, παρακαλέσαμε ἰδιαι­τέ­ρως σήμερα τήν Παναγία μας, γιά νά χαρίσει τή σωτηρία κοντά στόν Υἱό της σέ ὅσους ἔφυγαν, καί νά παρηγορήσει καί νά στηρίξει ὅσους ἔμειναν γιά νά συνεχίσουν τή ζωή μετά τήν τραγική αὐτή δο­κιμασία.

Ἡ Παναγία μας, ἀδελφοί μου, ἔχει ἀποδείξει ἀναρίθμητες φορές ὅτι μπορεῖ καί θέλει νά μᾶς σώσει ἀπό κάθε δοκιμασία καί ἀπό κάθε συμφορά, μέ τόν τρόπο πού Ἐκεί­νη κάθε φορά βρίσκει.

Γι᾽ αὐτό καί δέν θά πρέπει οὔτε νά ἀπογοη­τευ­όμεθα οὔτε νά ἀνη­συ­χοῦμε, ἀρκεῖ νά αἰσθανόμεθα καί ἐμεῖς ὅτι δέν μᾶς εἶναι ξένη. Ἀρκεῖ νά αἰσθανόμεθα καί νά πι­στεύουμε ὅτι εἶναι ἡ μητέρα μας καί εἴμεθα ἡ κληρο­νομία της. Ἀρ­κεῖ νά μένουμε πάντοτε κοντά της, ἐκφράζοντας μέ τή ζωή μας καί μέ τήν εὐλάβειά μας τήν ἀγά­πη μας καί τόν σύνδεσμό μας μαζί της.

Ἀκόμη καί ἐάν κάποιες φορές πα­ρασυρόμεθα ἀπό τίς σειρῆνες τοῦ σύγχρονου κόσμου καί ἀπομα­κρυ­νόμεθα ἀπό κοντά της, ἄς ἐπιστρέ­φουμε στήν Παναγία μας καί ἄς  τῆς ἐπαναλαμβάνουμε μέ πίστη καί ἐμπιστοσύνη τήν ἱκεσία: «Σῴ­ζοις ἀεί, Θεοτόκε, τήν κληρο­νομίαν σου», γιά νά ἀπολαμ­βά­νου­με πάντοτε τήν προστασία της καί νά ἀξιωνόμεθα νά τήν τιμοῦμε καί ἐδῶ, στό ἱερό αὐτό κατοι­κη­τήριό της, ὅπου θησαυρίζεται ἡ ἱστορική καί θαυματουργός εἰκόνα της, ἀλλά καί στό ἱστορικό μονα­στήρι της στό ὄρος Μελᾶ, ἀναμέλ­ποντάς της μέ πίστη πάντοτε τόν ὕμνο της «εἰς οὐρανίους θαλά­μους πρός τόν Υἱόν ἐκφοιτῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τήν κληρονο­μίαν σου».

Διάπυρος πρός τήν ἀεί σώζουσαν ἡμᾶς Ὑπεραγίαν Θεοτόκον εὐχέτης

Ὁ Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας Παντελεήμων

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ