KDPaueliaArxhSynedriou.jpg

Την Τρίτη 26 Ιουνίου στο πλαίσιο των ΚΔ΄ Παυλείων ξεκίνησαν οι εργασίες του 24ου Τριημέρου Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου που φέτος έχει ως θέμα του «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ».

Στην αρχή εψάλησαν βυζαντινοί ύμνοι από χορό ιεροψαλτών υπό τη διεύθυνση του πρωτοπρεσβύτερου π. Αθανασίου Νίκου και στη συνέχεια ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας Αρχιμ. Δημήτριος Μπακλαγής μετά από μία σύντομη εισαγωγή κάλεσε τον εκπρόσωπο της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κορέας κ. Αμβρόσιο να διαβάσει το μήνυμα του Πατριάρχου και να χαιρετίσει το Συνέδριο.

Χαιρετισμό απηύθυναν ο Αντιπεριφεριάρχης Ημαθίας κ. Κωνσταντίνος Καλαϊτσής , ο Δήμαρχος Βεροίας κ. Κωνσταντίνος Βοργιαζίδης, ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, ενώ εκ μέρους της επιστημονικής επιτροπής μίλησε ο αν. Καθηγητής κ. Χαράλαμπος Ατματζίδης.

Τέλος στο βήμα ανήλθε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολιτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων ο οποίος κήρυξε την έναρξη εργασιών του Συνεδρίου.

Κατά την πρώτη συνεδρία προήδρευσε ο κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, ενώ την εναρκτήρια εισήγηση έκανε ο αν. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Χαράλαμπος Ατματζίδης, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Ἰησοῦς Χριστός, Ἀπόστολος Παῦλος, εὐαγγελισμός καί ἱεραποστολή».

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

KDPaueliaArxhSynedriou-2.jpg

Η κήρυξη έναρξης των εργασιών του Συνεδρίου από τον Σεβασμιώτατο:

«Γνωρίζω δέ ὑμῖν, ἀδελφοί, τό εὐαγγέλιον ὅ εὐηγγελισάμην ὑμῖν, ὅ καί παρελάβατε, ἐν ᾧ καί ἑστή­κατε, δι᾽ οὗ καί σώζεσθε, τίνι λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμῖν» (1 Κορ. 15.1).

Μέ αὐτούς τούς λόγους πρός τούς χριστιανούς τῆς Κορίνθου, τά πνευ­ματικά του τέκνα, τά ὁποῖα, ὅπως γράφει ἀλλοῦ, «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ εὐαγγελίου» ἐγέν­νησε (1 Κορ. 4.15), δίδει ὁ πρω­το­κορυφαῖος ἀπόστολος Παῦλος τό στίγμα τοῦ εὐαγγελίου στήν ἀπο­στολική του διακονία· συγχρό­νως ὅμως δίδει καί τό νόημα τοῦ παρόντος Διεθνοῦς Συνεδρίου, τό ὁποῖο ὀργανώνει πρός τιμήν του, στό πλαίσιο τῶν ΚΔ´ Παυλείων, ἡ Ἱερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναού­σης καί Καμπανίας.

Τό εὐαγγέλιο, τό χαρμόσυνο μή­νυμα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, εἶναι τό κέντρο τοῦ κηρύγματος τοῦ οὐρανο­βά­μο­νος ἀποστόλου. Εἶναι αὐτό γιά τό ὁποῖο ἐκλήθη ὁ ἴδιος ἀπό τόν Χρι­στό, σύμφωνα μέ τή διαβε­βαίωσή του στήν ἀρχή τῆς πρός Ρωμαίους ἐπιστολῆς του: «Παῦλος δοῦλος Χριστοῦ Ἰησοῦ, κλητός ἀπόστολος ἀφωρισμένος εἰς εὐαγ­γέ­λιον Θεοῦ», ἐνῶ γράφοντας πρός τούς Γα­λάτες δηλώνει ἀπε­ρίφρα­στα τή θεία προέλευση τοῦ εὐαγγελίου πού κηρύσσει: «τό εὐαγγέλιον τό εὐαγ­γε­λισθέν ὑπ᾽ ἐμοῦ … οὐκ ἔστιν κατ᾽ ἄν­θρωπον» (Γαλ. 1.11).

Εἶναι αὐτό γιά τό ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς τόν κάλεσε προσωπικά καί μέ θαυ­μα­στό τρόπο, ἐνῶ ἐπο­ρεύετο πρός τή Δαμασκό, μετα­στρέ­φοντάς τον ἀπό φανατικό Ἰου­δαῖο καί διώκτη τόν χριστια­νῶν σέ «σκεῦος ἐκλο­γῆς, τοῦ βα­στάσαι τό ὄνομα» αὐτοῦ «ἐνώπιον ἐθνῶν καί βασιλέων» (Πραξ. 9.15), καί τοῦ ἐμπιστεύθηκε τή διάδοσή του εἰς τά ἔθνη, ὥστε νά εἶναι καί τά ἔθνη «συμμέτοχα τῆς ἐπαγ­γε­λίας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ εὐαγγελίου, οὗ ἐγενήθην διάκονος» (Ἐφεσ. 3.6).

Ὡς διάκονος τοῦ εὐαγγελίου ὁ μέγας Παῦλος δέν αἰσθάνεται τήν ἀποστολή του ὡς βάρος, ὡς ὑπο­χρέ­ωση, ὡς καθῆκον. Τήν αἰσθάνε­ται ὡς τιμή. Τήν αἰσθάνεται ὡς τρόπο ἐκφράσεως τῆς ὑπάρξεώς του, τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης του πρός τόν Χριστό, «τόν καλέ­σα­ντα αὐτόν κλήσει ἁγίᾳ» (2 Τιμ. 1.9). Τήν αἰσθάνεται ὡς ψυχική ἀνά­γκη, χωρίς τήν ἐκπλήρωση τῆς ὁποίας οὔτε ἡ ζωή του ἔχει νόημα οὔτε καί ἡ σωτηρία του ἔχει νόημα. Γι᾽ αὐτό καί δέν διστάζει νά ἐξωτε­ρικεύει αὐτή τήν ἐσώτερη ἀνάγκη του, ἡ ὁποία τόν ὁδηγεῖ νά ὁμολο­γεῖ ὅτι «ἐάν γάρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστιν μου καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται» (1 Κορ. 9.6).

Ἡ μεγάλη αὐτή ἀνάγκη πού αἰ­σθά­νεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, εἶναι αὐτή πού τόν βοηθᾶ καί τόν στη­ρίζει στίς δύσκολες στιγμές πού διέρ­χεται κατά τή διάρκεια τῶν ἀποστολικῶν του περιοδειῶν.

Δέν μπορεῖ νά ζήσει χωρίς νά κηρύττει. Δέν μπορεῖ νά ἀναπνέει χωρίς νά γνωρίζει στούς ἀνθρώ­πους τό εὐ­αγ­γέλιο τοῦ Χριστοῦ. Δέν μπορεῖ νά ἀπολαμβάνει τήν παρουσία καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ χωρίς νά τή μοιράζεται μέ τούς ἀδελ­φούς του.

Ὁ ἴδιος ζεῖ τό εὐαγγέλιο πού κη­ρύττει καί γι᾽ αὐτό προτρέπει καί τούς πιστούς «ἀξίως τοῦ εὐαγγε­λίου πολιτεύεσθε» (Φιλ. 1.27).

Ἡ ταύτισή του μέ τό εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἡ βίωση καί τό κή­ρυγμα τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦν τή μό­νη πραγματικότητα τῆς ζωῆς του, εἶναι ἀπόλυτη. Χάριν αὐτοῦ κοπιάζει, κακοπαθεῖ, φυλακίζεται, ὁδοιπο­ρεῖ, κλυδωνίζεται στή θά­λασσα, ὑφίσταται διώξεις καί τι­μωρίες, ἀλλά τά ὑπομένει ὅλα ἀδιαμαρτύρητα, ἀγγόγυστα καί μέ πολλή χαρά. Οὔτε πτοεῖται, οὔτε ἀπογοητεύ­ε­ται, οὔτε παραιτεῖται ἀπό τήν ἀπο­στολή του. Ἀντίθετα προτρέπει καί τόν μαθητή του Τιμόθεο νά ἀκο­λουθήσει καί ἐκεῖ­νος τόν ἴδιο δρό­μο τῆς διακονίας τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. «Μή οὖν ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου … ἀλλά συγκακοπάθησον τῷ εὐαγγελίῳ κατά δύναμιν Θεοῦ» (2 Τιμ. 1.8).

Ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος ἀντλεῖ τή δύναμή του γιά νά ὑπο­μένει τίς δυσκολίες καί τούς κό­πους τῆς διακονίας τοῦ εὐαγγελίου ἀπό τή δύναμη πού ἐκπηγάζει ἀπό αὐτό. «Οὐκ ἐπαισχύνομαι» γράφει πρός τούς Ρωμαίους, «τό εὐαγ­γέ­λιον· δύναμις γάρ Θεοῦ ἐστι εἰς σω­τηρίαν παντί τῷ πιστεύοντι» (Ρωμ. 1.16).

Ἡ σωτηρία εἶναι τό ζητούμενο γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο, καί γιά τόν λόγο αὐτό δέν δίνει σημασία σέ ὅσους τόν χλευάζουν, γιατί κηρύτ­τει ἕνα Θεό πού σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε· γιατί κηρύττει ἕνα Θεό πού ἡ πίστη σέ αὐτόν ἀποτελεῖ γιά κάποιους σκάνδαλο καί γιά ἄλλους μωρία· γιατί κηρύττει ἕνα Θεό, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους παιδιά του καί δέν κά­νει διακρίσεις ἀνάμεσα σέ Ἰου­δαί­ους καί Ἕλληνες, σέ ἄνδρες καί γυναῖκες, σέ ἐλεύθερους καί δού­λους.

Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ εὐαγγελίου ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό τόν ἔχει πείσει ἀπόλυτα ὅτι εἶναι ὁ ἀληθι­νός Θεός, ὁ Θεός πού ἔχει τή δύνα­μη νά ἀλλάξει τόν κόσμο καί τούς ἀνθρώπους, νά τούς ἀπαλλάξει ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά τούς χαρί­σει «τό ἀνεξιχνίαστον πλοῦτος» του (Ἐφες. 3.8), τό ὁποῖο κηρύττει καί ὁ ἴδιος στά ἔθνη.

Γι᾽ αὐτό καί σπεύδει καί ἐπείγεται νά κηρύξει «τοῖς ἐγγύς καί τοῖς μα­κράν» καί νά εὐαγγελισθεῖ τήν εἰ­ρήνη (Ἐφεσ. 2.17), κάνοντας γνω­στό τόν Χριστό, τόν χορηγό τῆς εἰρήνης, στούς ἀνθρώπους πού ἀνα­ζητοῦν τήν εἰρήνη στήν τρικυ­μισμένη θάλασσα τοῦ κόσμου καί τῆς ἁμαρτίας.

Καί εἶναι τόση ἡ ἐπιθυμία του, καί εἶναι τόση ἡ λαχτάρα του γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ἀφενός χωρίς περιστροφές διακη­ρύσ­σει «οὐαί μοι, ἐάν μή εὐαγ­γε­λίζωμαι» (1 Κορ. 9.16) καί ἀφε­τέ­ρου ἐπαινεῖ ὅσους ἐκδαπανῶ­νται στή διακονία τοῦ εὐαγγελίου: «ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγ­γε­λι­ζομένων τήν εἰρήνην, τῶν εὐαγγε­λι­ζομένων τά ἀγαθά» (Ρωμ. 10.15).

Στούς ὡραίους πόδες τοῦ διατρέ­ξαντος κύκλῳ τήν οἰκουμένην με­γίστου ἀποστόλου Παύλου ὀφεί­λου­με καί ἐμεῖς τό εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.

Στή δική του θεοκίνητη σπουδή «ἵνα εὐαγγελίζηται» τόν Χριστόν «ἐν τοῖς ἔθνεσιν» (Γαλ. 1.16) ὀφείλουμε τήν ἔλευσή του στή Βέροια καί τό κήρυγμά του στό Βῆμα.

Εὐγνώμονες γιά αὐτήν τή μεγάλη εὐεργεσία, εὐγνώμονες γιατί ἄνοι­ξε καί γιά μᾶς μέ τόν λόγο καί τό κήρυγμά του τήν ὁδό τῆς ἀληθείας, τοῦ ἀφιερώνουμε καί φέτος μέ υἱική ἀγάπη καί ἀφοσίωση τό Διεθνές αὐτό ἐπιστημονικό Συνέ­δριο, τό ὁποῖο ἐντάσσεται στό πλαί­σιο τῶν ΚΔ´ Παυλείων.

Τό θέμα του, «Εὐαγγελισμός καί ἱεραποστολή κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο», μᾶς παρακινεῖ νά σκύ­ψου­με γιά ἀκόμη μία φορά στόν διαυγῆ λόγο τοῦ μεγάλου ἱεραποστόλου καί νά τόν ἀφήσουμε νά εἰσχω­ρή­σει στίς ψυχές μας γιά νά μᾶς δι­δάξει τό ἀληθινό περιεχόμενο ἀλλά καί τούς γνησίους τρόπους τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων καί τῆς ἱεραποστολῆς πρός αὐτούς, γιά νά μᾶς βοηθήσει νά συνειδη­τοποιήσουμε ὅτι τό ἔργο τοῦ εὐαγ­γελισμοῦ καί τῆς ἱεραποστολῆς δέν τελείωσε, ἀλλά συνεχίζεται καί θά συνεχίζεται ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, καί εἶναι χρέος μας νά συσστρατευθοῦμε ὅλοι σέ αὐτό «κατά τήν δύναμιν τοῦ Θεοῦ».

Πτυχές αὐτοῦ τοῦ μεγάλου θέμα­τος θά μᾶς παρουσιάσουν μέ τίς εἰσηγήσεις τους οἱ διακεκριμένοι ὁμιλητές, πού θά ἔχουμε τή χαρά νά τούς ἀκούσουμε κατά τή διάρ­κεια του τριημέρου Συνεδρίου μας.

Πρίν ὅμως νά προχωρήσουμε στίς εἰσηγήσεις, ἐπιτρέψατέ μου νά κα­λωσορίσω μέ ἰδιαίτερη τιμή καί σεβασμό στήν Ἱερά Μητρό­πολη Βεροίας, Ναούσης καί Καμ­πα­νίας καί τή Βέροια τόν ἐκπρό­σω­πο τῆς Αὐτοῦ Θειο­τάτης Παναγιό­τητος, τοῦ Οἰκουμε­νικοῦ Πατριάρ­χου κ.κ. Βαρθολο­μαίου, Σεβα­σμι­ώ­τατο Μη­τροπο­λίτη Κορέας κύριο Ἀμβρόσιο, καί τούς ἐκπροσώπους τῶν Μακα­ριωτάτων Πατριαρχῶν, τῶν πρε­σβυ­γενῶν καί νεωτέρων Πα­τρι­αρ­χείων καί τῶν Προκα­θη­μένων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκ­κλη­­σιῶν Σεβα­σμιω­τάτους καί Θεοφι­λε­στάτους ἀδελ­φούς ἀρχιερεῖς, καί νά ἐκφράσω τίς θερμότερες εὐχαρι­στίες μας τόσο πρός τούς Ἁγιω­τάτους Προ­κα­θημένους ὅσο καί πρός τούς ἐκπροσώπους των, διότι τιμοῦν τό ΚΔ´Διεθνές Ἐπιστημο­νι­κό Συνέδριο πρός τιμήν τοῦ ἱδρυ­τοῦ τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας καί ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν καί τῆς Μα­κεδονίας μας, ἁγίου ἐνδόξου ἀποστόλου Παύλου τοῦ οὐρανοβά­μονος, ἀλλά καί τά ΚΔ´ Παύλεια καί τήν Ἱερά Μητρόπολή μας, ἡ ὁποία μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τίς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Παύλου, τά ὀργάνωσε καί φέτος.

Θερμές εὐχαριστίες ἀνήκουν στίς πολιτικές καί στρα­τιω­τικές ἀρχές τῆς πόλεώς μας καί τοῦ Νο­μοῦ Ἠμαθίας, τόν εὐσεβῆ κλῆρο, τούς εὐλαβεῖς μοναχούς καί μοναχές τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως καί τόν πιστό λαό τῆς Ἠμαθίας, πού μέ τήν παρουσία τους ἐκφράζουν τόν σεβασμό καί τήν ἀγάπη τους πρός τόν μέγιστο κήρυκα τοῦ εὐαγγε­λίου, τόν πρωτοκορυφαῖο ἀπό­στο­λο Παῦλο.

Ἡ πραγματοποίηση τοῦ Συνε­δρίου μας δέν θά ἦταν δυνατή, ἐάν τά μέλη τῆς Ἐπιστημονικῆς καί τῆς Ὀργανωτικῆς Ἐπιτροπῆς δέν ἐργα­ζό­ταν ἄοκνα καί μέ ζῆλο γιά τήν προετοιμασία καί τήν ὀργάνωση, καί, φυσικά, ἐάν οἱ ἐκλεκτοί εἰση­γητές μας δέν ἀποδεχόταν τήν πρόσκλησή μας. Τούς εὐχαριστῶ ὅλους ἀπό καρδίας.

Ὁ τελευταῖος ὅμως λόγος τῆς εὐ­χαριστίας καί τῆς εὐγνωμοσύνης ἀνήκει στόν μέγιστο ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος «διά τοῦ εὐαγ­γε­λίου ἐγέννησε καί ἡμᾶς», καί αὐτοῦ τήν πρεσβεία ἐπικαλοῦμαι πρός εὐόδωση τοῦ ΚΔ´ Διε­θνοῦς Ἐπι­στη­μο­νικοῦ Συνεδρίου τῆς Ἱερᾶς Μη­τροπό­λεως Βεροίας, Να­ούσης καί Καμ­πα­­νίας, τοῦ ὁποίου κηρύσσω τήν ἔναρξη καί εὔχομαι ἐπιτυχία στίς ἐργασίες του.

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

KDPaueliaArxhSynedriou-3.jpg