AgiwnPantwn2018.jpg

Με λαμπρότητα πανηγύρισε το διήμερο 2 και 3 Ιουνίου η Ιερά Μονή Αγίων Πάντων Βεργίνης.

Την παραμονή της εορτής το απόγευμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων χοροστάτησε στον Πανηγυρικό Εσπερινό και κήρυξε τον θείο λόγο.

Ανήμερα της εορτής το πρωί ο Σεβασμιώτατος τέλεσε αρχιερατική θεία λειτουργία και κήρυξε το θείο λόγο.

Στο τέλος της θείας λειτουργίας έγινε το καθιερωμένο μνημόσυνο για τις γυναίκες και τα παιδιά που θυσιάστηκαν πέφτοντας από το «Γαλακτό» προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια των αλλοπίστων και εκφωνήθηκε σχετική ομιλία από τον Αν. Καθηγητή της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης κ. Δημήτριο Παπάζη.

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

Η ομιλία του Σεβασμιωτάτου στον Εσπερινό :

«Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ Μαρ­τύρων σου ὡς πορφύρα καί βύσ­σον τά αἵματα ἡ Ἐκκλησία σου στο­λισαμένη, δι᾽ αὐτῶν βοᾷ σοι, Χριστέ ὁ Θεός».

Κυριακή πάντων τῶν ἁγίων ἡ αὐ­ριανή Κυριακή καί ἡ στρατευ­ο­μένη Ἐκκλησία τιμᾶ ὅλους «τούς καλῶς ἀθλήσαντας καί στεφανω­θέντας» πιστούς, καί μνημονεύει «παντός ὀνόματος ἐγγεγραμμένου ἐν βίβλῳ ζωῆς». Μνημονεύει ὅ­μως ἰδιαιτέρως ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θυσίασαν τή ζωή τους χάριν τοῦ Χριστοῦ. Μνημονεύει καί τιμᾶ τούς ἁγίους Μάρτυρες, διότι αὐτοί μέ τή θυσία καί τό μαρτύριό τους ἀπέδειξαν ὅτι ἡ πί­στη καί ἡ ἀγάπη στόν Χριστό εἶναι ἀνώτερη ἀπό ὅλα τά ἀγαθά τοῦ κόσμου, εἶναι ἀνώτερη καί ἀπό αὐτήν ἀκόμη τή ζωή.

Καί δέν τούς τιμᾶ ἁπλῶς, ἀλλά θεωρεῖ τά τίμια αἵ­ματά τους ὡς τό πολυτιμότερο κό­σμημά της, ὡς τό βασιλικό ἔν­δυ­μα πού τήν περι­βάλλει, καί τά ἱερά λείψανά τους ὡς τόν μεγα­λύ­τερο πλοῦτο καί τόν οὐράνιο θη­σαυρό της.

Ἡ πίστη αὐτή τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἡ τιμή πού ἀπονέμει στούς ἁγί­ους Μάρτυρες ἔρχεται σέ ἀντί­θε­ση μέ τήν ἀνθρώπινη λογική, πού θεωρεῖ ὡς θησαυρό ὅτι ἀνα­γνωρίζεται ὡς τέτοιος ἀπό τόν κό­σμο. Θεωρεῖ πολύτιμο αὐτό πού ἐπιζητοῦν καί ἐπιδιώκουν οἱ πολ­λοί. Θεωρεῖ κόσμημα αὐτό τό ὁ­ποῖο λάμπει καί ἑλκύει τήν προ­σοχή τῶν ἀνθρώπων. Θεωρεῖ ση­μα­ντικό καί σπουδαῖο αὐτό τό ὁ­ποῖο ἔχει τήν τιμή καί τή δόξα τοῦ κόσμου.

Ὅμως ὅλα αὐτά γιά τήν Ἐκκλη­σία δέν ἔχουν καμία ἰδιαίτερη ἀξία καί σημασία, δέν μποροῦν νά ἀπο­τε­λοῦν οὔτε κόσμημα οὔτε λαμ­πρή ἁλουργίδα, γιατί «εἰσίν ἐκ τοῦ κόσμου». Ἀνήκουν στόν κόσμο, στόν κόσμο πού ἔχει περιορι­σμένη διάρκεια ζωῆς, στόν κόσμο πού φθεί­ρεται καί τοῦ ὁποίου ἡ δόξα φθίνει καί μαραίνεται.

Ἀνήκουν στόν κόσμο, ὁ ὁποῖος, κατά τόν ἀπόστολο καί εὐαγγε­λι­στή Ἰωάννη, «παράγεται καί ἡ ἐπι­θυμία αὐτοῦ, ὁ δέ ποιῶν τό θέ­λημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τόν αἰῶ­να».

Ἀντίθετα ἡ Ἐκκλησία, ἄν καί εὑ­ρίσκεται ἐν τῷ κόσμῳ, ἄν καί δρᾶ μέσα στόν κόσμο καί γιά τόν κόσμο, δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου, γιατί οὔτε καί ὁ ἀρχηγός της, ὁ Κύ­ριος Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου, διότι ἐάν ἦταν ἐκ τοῦ κόσμου, δέν θά μποροῦσε νά σώσει τόν κόσμο. Ἀλλά οὔτε καί οἱ μα­θητές του, οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, καί ὅσοι πίστευσαν διά τῶν ἀπο­στό­λων στόν Χριστό καί ἔγιναν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἔγιναν μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου», ὅπως τό δια­κη­ρύσ­σει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Γι᾽ αὐτό καί οὔτε ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ὁ πλοῦτος της, οὔτε ὁ θησαυ­ρός της, οὔτε τό ἔνδυμά της μπο­ρεῖ νά ἔχει σχέση μέ τά ἀντίστοιχα τοῦ κόσμου.

Ἡ Ἐκκλησία ὡς στολίδι καί δόξα καί πλοῦτο της ἔχει ὅ,τι ὁ κόσμος θεωρεῖ αἰσχύνη καί μωρία καί βδέ­λυγμα.

Ὡς ἀποδιοπομπαῖοι ὁδηγήθησαν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες στό μαρτύριο καί ὑπέμειναν τά βασανιστήρια καί τόν ἐξευτελισμό καί τίς ὕβρεις τῶν διωκτῶν τους, καί ἔγιναν βο­ρά τῶν ἀγρίων ζώων καί χλεύη τῶν ἀνθρώπων, καί τά αἵματά τους ἔρρευσαν ἄφθονα καί τά μαρ­τ­υρικά τους σώματα ρίχθηκαν στή θάλασσα καί κάηκαν καί ἀτι­μά­σθη­­καν, ἀντίθετα ἀκόμη καί μέ τούς ἀνθρώπινους νόμους πού ἐπι­­βάλλουν τόν σεβασμό τοῦ νε­κροῦ. Καί ὅμως ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ αὐτούς τιμᾶ, τά δικά τους αἵματα θεωρεῖ ὡς πολύτιμο ἔν­δυ­μα πού τήν περιβάλλει καί τά ἱερά λείψανά τους ὡς τόν πιό ἀκριβό θη­σαυρό της. Γιατί ὅσοι ἑκούσια τα­πεινώνουν τόν ἑαυτό τους, αὐ­τοί ὑψώνονται ἀπό τόν Θεό, καί ὅσοι ἑκούσια προσφέρουν τή ζωή τους, αὐτοί κερδίζουν τήν αἰώνια ζωή καί ἀποτελοῦν κόσμημα καί στολίδι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χρι­στοῦ.

Αὐτό ἰσχύει γιά ὅλους τούς ἁγί­ους τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰσχύει γιά τούς ὁσίους, τούς ἱεράρχες καί τούς ὁμολογητές, γιατί μάρτυρες θεωροῦνται καί αὐτοί γιά τήν Ἐκ­κλησία. Διότι μπορεῖ νά μήν ὑπέ­μειναν τό μαρτύριο τοῦ αἵματος, ἀλλά ὑπέμειναν τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως καί ἔδωσαν τή μαρ­τυ­ρία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς εἰς αὐτόν πίστεως μέ τή ζωή τους στόν κόσμο καί στούς ἀνθρώπους. Βάδισαν ἀντίθετα στίς ἐπιταγές καί τίς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου. Χλευ­άσθηκαν καί αὐτοί, γιατί προ­τίμησαν τήν πτωχεία ἀπό τόν πλοῦτο, τήν ἀγρυπνία ἀπό τήν ἀνά­παυση τῆς σαρκός, τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί τῆς κατανύξεως ἀπό τίς διασκεδάσεις, τήν ἐγκρά­τεια ἀπό τίς ὑλικές ἀπολαύσεις, τή μωρία κατά Χριστόν ἀπό τή σοφία τοῦ κόσμου, τήν ἀδολεσχία τῆς προ­σευχῆς ἀπό τή φλυαρία καί τήν ἀργολογία, τήν αὐτομεμψία ἀπό τήν κατάκριση.

Καί οἱ δικοί τους ἀγῶνες, οἱ ἀσκητικοί πόνοι καί τά δάκρυα ἀπο­τελοῦν μαζί μέ τά τίμια αἵματα τῶν ἁγίων Μαρτύρων τόν πλοῦτο καί τόν θησαυρό τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀποτελοῦν ὅμως καί γιά μᾶς ση­μεῖο ἀναφορᾶς καί πηγή δυνά­μεως καί ἐμπνεύσεως. Ἀποτελοῦν πλοῦτο, τόν ὁποῖο καλούμεθα νά ἀξιοποιήσουμε γιά νά ἀγωνι­σθοῦ­με καί ἐμεῖς «τόν καλόν ἀγῶνα τῆς πίστεως». Ἀποτελοῦν τή δύ­να­μή μας γιά νά ἀντιμετω­πί­σουμε καί ἐμεῖς τόν νοητό ἐχθρό καί νά τόν νικήσουμε, ὅπως τόν νίκησαν καί ἐκεῖνοι.

Ἄς προσβλέπουμε σ᾽ αὐτή τή δό­ξα καί τόν πλοῦτο καί τή δύναμη τῆς Ἐκκλησίας μας ὄχι μόνο γιά νά καυχώμεθα ἀλλά γιά νά πα­ρακινούμεθα στόν δικό μας ἀγώνα καί στή δική μας καθημερινή προ­σπάθεια, ὥστε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τίς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων νά ἀξιωθοῦμε νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση τοῦ Θεοῦ καί νά ἀπο­λαύσουμε τῆς αἰωνίου καί μακα­ρίας ζωῆς τήν ὁποία ἀπολαμ­βά­νουν καί ὅλοι οἱ ἅγιοι πού τιμοῦμε σήμερα.

Σήμερα τό ἑσπέρας καί αὔριο τό πρωί ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία κατατάσσει ἐπίσημα στόν κατάλογο τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, πάντων τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἕναν ὅσιο πατέρα, τόν ἅγιο Ἰάκωβο τόν Τσαλίκη, ὁ ὁποῖος ἔζησε μία ταπεινή ζωή, σέ ἕνα μοναστήρι τῆς Εὐβοίας, στή Χαλκίδα, στή Μονή τοῦ ὁσίου Δαβίδ τοῦ Γέροντος. Καί ἔζησε ἐν ὁσιότητι καί ἐν ταπεινώσει. Πολλοί, πολλές φορές τόν ἐχλεύαζαν, ἐπειδή τόν θεωροῦσαν ἀγράμματο, ὅμως τά μωρά καί τούς ἀγραμμάτους ἐξελέξατο ὁ Θεός «ἵνα τούς σοφούς καταισχύνῃ». Καί ὁ ἅγιος Ἰάκωβος, ὁ ἔχων καί προφητικό χάρισμα, ἐντάσσεται μέσα στή χορεία πάντων τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Πρίν ἀπό λίγες ὧρες γύρισα ἀπό τή Γερμανία, ἀπό τή Στουτγκάρδη, ἀπό τό Esslingen, ὅπου μετέφερα τά λείψανα ἑνός σύγχρονου ἁγίου, ἑνός ἁγίου ὁ ὁποῖος ὑπέστη καί αὐτός τά πάνδεινα, γιατί ἀγάπησε καί αὐτός τόν Χριστό, γιατί θεώρησε τά πάντα σκύβαλα «ἵνα κερδίσῃ τόν Χριστόν». Ἦταν σοφός κατά κόσμον, ἦταν ἰατρός, καθηγητής τῆς Ἰατρικῆς ὁ ἅγιος Λουκᾶς, ἀρχιεπίσκοπος μετέπειτα Συμφερουπόλεως, ὁ ὁποῖος ἀπό τή στιγμή πού ἐνεδύθη τό τίμιο ράσο, ὡς καθηγητής τῆς Ἰατρικῆς ὑπέστη διωγμούς, συκοφαντίες, φυλακίσεις, ἐξορίες στή Σιβηρία· καί ὅλα αὐτά τά ὑπέστη γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ζώντας μέσα στήν ἄθεη τότε Ρωσία ἤθελε νά βοηθήσει τούς συνανθρώπους του καί σωματικά καί πνευματικά. Ἕνας, λοιπόν, ἅγιος, σύγχρονος, πού ὅλοι αὐτοί πού τόν ταλαιπώρησαν, πού τόν ἐδίωξαν, ποῦ εἶναι τά ὀνόματά τους; Χάθηκαν· κι ὅμως ὁ Λουκᾶς παραμένει, ἐγγεγραμμένος καί αὐτός στόν κατάλογο τῶν ἁγίων τῆς οἰκουμενικῆς μας Ἐκκλησίας, καί ἔτσι ἔχουμε τή χαρά νά ἔχουμε τά χαριτόβρυτα λείψανά του. Καί στήν πόλη αὐτή πού πήγαμε ἦταν χιλιάδες οἱ ἄνθρωποι πού ἦλθαν γιά νά προσκυνήσουν τά λείψανά του καί νά ἐκζητήσουν τή βοήθειά του. Ποῦ εἶναι ὁ Στάλιν, ποῦ εἶναι ὅλοι αὐτοί πού τόν ἐδίωξαν, αὐτοί πού τόν φυλάκισαν, αὐτοί πού τόν ὑπέβαλαν σέ ὅλα ἐκεῖνα τά μαρτύρια πού διαβάζοντάς τα κανείς φρίττει, ἀλλά καί ἀγαπᾶ περισσότερο τόν ἅγιο Λουκᾶ; Χάθηκαν, ἐνῶ ὁ ἅγιος Λουκᾶς εἶναι ἕνας οἰκουμενικός διδάσκαλος, ἕνας μάρτυρας καί αὐτός καί ὁμολογητής τῆς ἀληθείας.

Εὔχομαι, λοιπόν, σέ ὅλους σας, ἀδελφοί μου, καί ἰδιαιτέρως στήν Ἱερά αὐτή Ἀδελ­φότητα, ἡ ὁποία ἀπό ἐτῶν μέ τή συνετή καθοδή­γηση τοῦ Γέρο­ντός της, τοῦ π. Παύ­λου, ἀνα­καί­νισε καί ἔφερε νέα πνοή στήν Ἱερά αὐτή Μονή τῶν ἁγίων Πάντων πού τι­μᾶται στή χάρη τους καί πανηγυρίζει σήμερα, καί μέ τή φίλεργη καί ἀκάματη προσπάθεια τῆς Γερό­ντισ­σας καί ὅλων τῶν ἀδελφῶν ἔγινε καί πάλι ἕνα ἐργαστήριο προσευ­χῆς καί ἁγιό­τητος, ἕνας πνευ­μα­τικός λει­μώνας, στόν ὁποῖο ἀνα­παύονται οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώ­πων, ἀλλά καί δοξάζεται ὁ Θεός, ὁ ἐνδοξαζό­με­νος ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. Ἀμήν.

Η ομιλία του Σεβασμιωτάτου στην Θεία Λειτουργία :

«Πολλοί δέ ἔσονται πρῶτοι ἔσχα­τοι καί ἔσχατοι πρῶτοι».

Αὐτούς τούς λόγους τοῦ Κυρίου μᾶς ὑπενθύμισε ἡ σημερινή εὐαγ­γε­λική περικοπή τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων, ἡ ζωή τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ συγχρόνως τή πε­ριφανέ­στερη καί ἀσφαλέστερη ἐπιβεβαί­ω­σή τους.

Δέν εἶναι ὅμως ἡ μοναδική φο­ρά κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός τονίζει στούς μαθητές του ὅτι ἡ ἱε­ράρ­χη­ση τῶν προτεραιο­τή­των καί τῶν ἐπι­λογῶν πού κάνουν οἱ ἄνθρω­ποι εἶναι ἐντελῶς διαφορετική ἀπό τή δική του. Εἶναι ἀπολύτως ἀντί­στρο­φη. Καί αὐ­τός ἀκριβῶς εἶ­ναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ Ἰη­σοῦς τό ἐπαναλαμ­βάνει, ἔτσι ὥστε νά μήν ὑπάρχουν πα­ρα­νοήσεις καί παρεξηγήσεις τῶν λόγων του.

Οἱ ἄνθρωποι ἀντιδροῦμε στόν λό­­γο τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα κά­ποιοι ἀμφι­σβη­τοῦν τήν πίστη καί ἀμφιβάλλουν γιά τό Εὐαγγέλιο μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ πίστη εἶναι ξε­περασμένη ὑπό­θεση στήν ἐποχή μας καί δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά τήν προ­σεγγίσει καί νά τήν ἀπο­δεχθεῖ, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά τήν κατα­νοή­σει μέ τή λογική.

Ὅμως, ἀδελφοί μου, ἡ πίστη εἶ­ναι θεμελιώδης ἀρ­χή τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, καί ὁ ἄνθρωπος πι­στεύει χωρίς νά ἐλέγχει τήν ἀκρίβεια ἤ τήν ὀρ­θότητά τους ἀνα­ρίθμητα δεδομένα τῆς ζωῆς καί τῆς καθημερινότητός του. Πι­στεύει ὡς ὀρθά χωρίς νά ἐλέγχει καί νά μπορεῖ νά ἐλέγξει τά πορίσματα τῆς ἐπιστήμης, ἔστω καί ἄν ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη στή συνέ­χεια τά ἀναι­ρεῖ καί τά ἀνα­τρέπει.

Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο δέν μπο­ρεῖ ἤ δέν θέλει νά πιστεύσει ὁ ἄν­θρωπος στόν Χριστό καί νά ἀκο­λου­θήσει τό Εὐ­αγγέλιό του εἶναι διότι ὁ λόγος του ἔρχεται σέ ἀντί­θεση μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, ὄχι τήν ἀληθινή, ὄχι αὐτή πού ἔπλασε ὁ Θεός, ἀλλά τήν πεπτωκυῖα ἀν­θρώ­πινη φύση, τή ἀνθρώπινη φύ­ση ὅπως ἔγινε μετά τήν πτώση καί τήν παραμόρφωση καί διαστροφή πού τῆς προξένησε ἡ ἁμαρτία.

Δέν μπορεῖ καί δέν θέλει νά πι­στεύσει ὁ ἄν­θρωπος ὅτι εἶναι δυ­νατόν ἡ πίστη στόν Χριστό νά τοῦ ἀνα­τρέ­πει τίς βεβαιότητές του, νά ἔρ­χεται σέ ἀντίθεση μέ τίς φιλο­δοξίες του καί τόν ἐγωισμό του.

Δέν εἶναι εὔκολο νά τό δεχθεῖ αὐ­­τό ὁ ἄνθρωπος. Τό βλέπουμε ἀκό­μη καί στούς δύο μαθητές του, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη, οἱ ὁποῖοι τόσα εἶχαν ἀκούσει καί ζήσει κοντά του καί ὅμως λίγο πρίν ἀπό τό Πάθος του ἐπιδιώκουν τήν πρωτοκαθεδρία, ὅταν θά ἔλθει ἐν δόξῃ.

Γνωρίζει πολύ καλά ὁ Χριστός ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση δυσκο­λεύ­ε­ται νά κατανοήσει τή θεία αὐτή ἱε­ράρχηση, γιατί ἀνατρέπει ὅσα θεω­­ροῦσε ἐπιδιωκτέα καί ἐπι­θυ­μη­τά. Ποιός ἄνθρωπος δέν ἐπι­θυ­μεῖ νά πρωτεύσει καί νά διακριθεῖ; Καί ὅμως ἀκούει τόν Χριστό νά τοῦ λέει ὅτι οἱ τελευταῖοι θά γί­νουν πρῶτοι καί οἱ πρῶτοι τε­λευ­ταῖοι, καί ἀντιδρᾶ. Ἀντιδρᾶ, γιατί ἀντιδρᾶ ὁ ἐγωισμός του πού νο­μί­ζει ὅτι τά πάντα τελειώνουν σέ αὐ­τή τή ζωή, ὅτι ἐπάνω ἀπό ὅλα εἶναι ἡ τιμή καί ἡ δόξα πού προσ­φέρουν οἱ ἄνθρωποι, καί ἀρ­κεῖ νά ἐπιδιώκουμε αὐτή τή δόξα γιά νά εὐτυ­χή­σουμε στή ζωή μας.

Ὅμως ὁ Χριστός δέν ἀναφέρεται σέ αὐτή τή ζωή, στήν ἐπίγεια ζωή, γιατί αὐτή εἶναι ἕνα πέρασμα, εἶ­ναι μία προετοι­μασία γιά τήν αἰώ­νια· γι᾽ αὐτό καί ἐπιμένει ὅτι ὅσοι εἶναι πρῶτοι θά γίνουν τελευ­ταῖ­οι.

Δέν ἀντιτίθε­ται ὁ Χριστός στή φυ­σική τάση τοῦ ἀνθρώπου νά προοδεύει καί νά πρω­τεύει. Αὐτός ἄλλωστε τοῦ τήν ἔδωσε. Ἐπιδιώ­κει ὅμως νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τήν προσκόλ­λη­ση σέ αὐτή πού εἶ­ναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐγωιστικῆς διαστροφῆς τῆς ἀνθρωπίνης φύ­σεως.

 Δέν ζητᾶ ὁ Χριστός ἀπό τόν ἄν­θρωπο νά ἐγκαταλείψει τήν προ­σπάθεια γιά διάκριση. Θέ­λει ὅμως νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τήν ἐμμονή σέ αὐτή πού μπορεῖ νά τόν ὁδη­γή­σει σέ δεκάδες ὑποχω­ρή­­σεις καί πτώσεις ἠθικές καί ἀξιακές.

Ἐπιδιώκει νά κα­τα­νοήσουμε ὅτι, ἐάν θέλου­με νά ζήσουμε μαζί του αἰώνια, θά πρέ­πει νά εἶναι Ἐκεῖ­νος ἡ πρώτη προ­τεραιότητά μας. Ἀσφαλῶς καί μποροῦμε καί πρέ­πει νά ἀγωνιζόμασθε καί γιά ὅλα τά ἄλλα στή ζωή μας, ἀρκεῖ αὐτά νά μήν μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν κύριο στόχο μας. Ἀρκεῖ νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά τά θυσιάσουμε γιά τήν ἀγάπη μας πρός τόν Χρι­στό καί τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.

Καί αὐτό, ἀδελφοί μου, μᾶς δι­δά­σκουν μέ τό παράδειγμά τους οἱ ἑορταζόμενοι ἅγιοι Πάντες.

Πολ­­λοί ἀπό αὐτούς ἦταν δια­κε­κρι­μένοι κατά κόσμον. Ἦταν ἔν­δο­ξοι στρατηγοί, διαπρεπεῖς ἐπι­στή­μονες, φημισμένοι σοφοί, ἄρ­χοντες καί βασιλεῖς, ἦταν πρῶτοι γιά τά μέτρα τοῦ κόσμου καί ἀπο­λάμβαναν τή δόξα καί τίς τιμές τῶν ἀνθρώπων. Δέν δίστασαν ὅμως νά τά ἀπαρνηθοῦν ὅλα αὐτά, νά τά θεωρήσουν τιποτένια, νά τά θεωρήσουν σκύβαλα, προκειμένου νά μήν χωρισθοῦν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἔγιναν μέ τή θέλησή τους ἔσχατοι γιά τόν κόσμο, καί ἀναδείχθηκαν ἔτσι πρῶτοι κατά Θεόν. Δοξάσθηκαν ἀπό τόν Χριστό καί δοξάζονται καί ἀπό τήν Ἐκ­κλη­σία του καί ἀποτελοῦν γιά ὅλους μας, ἀδελφοί μου, τή ζω­ντανή ἐπι­βε­βαίωση ὅτι καμία θυ­σία πού γίνε­ται γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι χαμένη καί κα­μία ἐπιλογή σύμφωνη μέ τό θέ­λημα τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μάταιη καί ἄσκοπη, ἀλλά χαρίζει στόν ἄν­θρωπο τήν αἰώνια μακαριότητα κοντά στόν Θεό καί τόν καθιστᾶ ἄξιο τῆς ἀγάπης του, αὐτῆς πού ἀπολαμβάνουν οἱ ἅγιοι Πάντες στόν οὐρανό, ἀλλά καί αὐτῆς πού ἀπολαμβάνουν οἱ ἡρωικές γυ­ναῖ­κες, οἱ ὁποῖες σέ χρόνια δύσκολα καί σκο­τεινά ἐπέλεξαν τή θυσία τῆς ζωῆς τους, προκειμένου νά μήν ἀτι­μασθοῦν ἀπό τούς Τούρ­κους, πού κατέπνιξαν τήν ἐπα­νά­σταση τοῦ Κολινδροῦ μέ φο­βερές σφαγές. Θυσιάστηκαν, ὅπως οἱ γυ­ναῖ­κες στήν Ἀράπιτσα καί στό Ζάλογγο, γιά νά μήν ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους στόν Χριστό καί τήν ἀγάπη τους στήν πα­τρίδα, δίνοντας ἕνα παρά­δειγμα ἡρωισμοῦ καί θυσίας γιά τήν πα­τρί­δα καί σέ μᾶς σήμερα, πού κα­λούμεθα νά βάλλουμε τήν ἀγάπη μας γιά τόν Χρι­στό ἀλλά καί γιά τήν πατρίδα πάνω ἀπό κάθε συμ­φέρον καί σκοπιμότητα, ἔχο­ντας ὡς πρότυπο τούς τιμω­μένους ἁγίους Πάντες ἀλλά καί τίς ἡρωϊ­κές γυναῖκες πού ἔπεσαν ἐδῶ τό 1878.

ΓΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

AgiwnPantwn2018-2.jpg